Απόδειξη στην ποινική δίκη και DNA...


Μια ματιά σε τηλεοπτικά προγράμματα που καταλαμβάνουν διεθνώς την «prime-time» ζώνη μπορεί να καταδείξει την επικέντρωση του ενδιαφέροντος σε ζητήματα...
αναζήτησης, ανάλυσης και παρουσίασης αποδεικτικού υλικού στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.

Σε αντίθεση, ωστόσο, με τον κοινό παρονομαστή της μεγάλης πλειονότητας των εν λόγω σειρών, ήτοι την οπτική γωνία του «παντογνώστη θεατή», ο οποίος γνωρίζει ήδη (ή τουλάχιστον μαθαίνει στο τέλος) ποιος διέπραξε το έγκλημα και παρακολουθεί την αγωνιώδη προσπάθεια των αστυνομικών και δικαστικών αρχών να τo εξιχνιάσουν, οι δικαστές δεν έχουν προνομιακή πρόσβαση στα πραγματικά περιστατικά.

Αυτό είναι ίσως το θεμελιώδες στοιχείο της ποινικής δίκης, η οποία για τις ανάγκες του παρόντος μπορεί να οριστεί ως μια επί τη βάσει κανόνων δικαίου δομημένη διαδικασία λήψης αποφάσεων –και αυτό δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά– υπό συνθήκες αβεβαιότητας.

Ο κατηγορούμενος δεν καταδικάζεται επειδή είναι (σύμφωνα με μια απροσπέλαστη πραγματικότητα) ένοχος, αλλά επειδή οι δικαστές (τακτικοί ή ένορκοι) έχουν σχηματίσει επαρκή, πέραν εύλογων αμφιβολιών, πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος.

Σε αυτό το πλαίσιο κεντρικό ρόλο παίζει η δικονομική αρχή της ηθικής απόδειξης. Η έννοια «ηθική» δεν θα πρέπει να παρερμηνευτεί, καθώς το μοναδικό νόημά της είναι η αντιδιαστολή από νομικούς κανόνες απόδειξης, όπου το νομικό σύστημα καθορίζει εξ αρχής την αποδεικτική ισχύ των αποδεικτικών μέσων και ποιος συνδυασμός αυτών (π.χ. δύο αξιόπιστοι μάρτυρες ή ομολογία) μπορεί να οδηγήσει σε καταδικαστική απόφαση.

Το σύστημα της ηθικής/ελεύθερης απόδειξης στην Ελλάδα θέτει τους ποινικούς δικαστές μπροστά σε μια ιδιαίτερη πρόκληση, ιδίως υπό το φως της συνταγματικής επιταγής (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας: να σχηματίσουν μια επιχειρηματολογική αλυσίδα που να συνδέει κατά τρόπο ελέγξιμο και επαρκή το αποδεικτικό υλικό με την καταδικαστική απόφαση.

Σκοπός είναι να μεταφερθεί μέσω διαδοχικών συλλογισμών η συμπερασματική ισχύς από τα αποδεικτικά μέσα στο τελικό συμπέρασμα, το οποίο μπορεί να είναι μόνο η ενοχή του κατηγορουμένου –η αθωότητα τεκμαίρεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και δεν χρειάζεται να αποδειχτεί.

Τόσο οι έννομες τάξεις όσο και η επιστημονική κοινότητα (αν και η διάκριση μεταξύ των δύο δεν είναι πάντα σαφής) στα συστήματα ηπειρωτικού δικαίου –το ελληνικό σύστημα Ποινικής Δικαιοσύνης είναι ένα εξ αυτών– έχουν αμελήσει συστηματικά να αναπτύξουν μια δυναμική και εύχρηστη θεωρία ανάλυσης αποδεικτικού υλικού.

Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαιτέρως αλγεινή από τη σκοπιά του καταμερισμού του χρόνου της εργασίας των δικαστών, η οποία έγκειται κυρίως στην εξέταση του αποδεικτικού υλικού. Αντίθετα, στα αγγλοσαξονικά νομικά συστήματα το Δίκαιο Απόδειξης αποτελεί ένα καθιερωμένο αντικείμενο έρευνας, διδασκαλίας και πρακτικής.

Ενα από τα αποδεικτικά ζητήματα όπου τα πράγματα πηγαίνουν συνήθως στραβά, από την άποψη της εφαρμογής θεμελιωδών πορισμάτων του Δικαίου Απόδειξης, είναι αυτό της αξιοποίησης γενετικού υλικού προς τον σκοπό της εξακρίβωσης του δράστη ενός εγκλήματος (DNA profiling), μέσω ταύτισης του γενετικού υλικού που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος (evidence sample) και του γενετικού υλικού που δόθηκε/ελήφθη από τον κατηγορούμενο/ύποπτο στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας (suspect sample).

Η χρήση γενετικού υλικού ως αποδεικτικού στοιχείου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και έκτοτε έχει –μετά από αρκετές παλινδρομήσεις– βρει σταθερή θέση στο οπλοστάσιο της αποδεικτικής διαδικασίας, καθώς επιτρέπει τον εντοπισμό αλληλουχιών του γενετικού κώδικα (loci) που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ωστόσο, ο εγγενής στατιστικός χαρακτήρας του γενετικού αποτυπώματος δημιουργεί προβλήματα ερμηνείας και εφαρμογής των στατιστικών δεδομένων στη συγκεκριμένη περίπτωση (δηλαδή τον κατηγορούμενο/ύποπτο). Το πρόβλημα αυτό τίθεται ιδίως όταν η εξατομίκευση του υπόπτου γίνεται μέσω βάσης δεδομένων και όχι π.χ. από τον περίγυρο του θύματος.

Παρά τις όποιες αυστηρές προϋποθέσεις τίθενται στη διαδικασία της εξατομίκευσης ενός στατιστικού δεδομένου, πρέπει να τονιστεί το εξής: μια εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να (προ)δικάσει τι είδους αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές για τον καταλογισμό ενοχής. Αυτό θα απομείωνε τη δικονομική διαδικασία λήψης απόφασης σε μια εργαστηριακή, δηλαδή αναπαραγόμενη διεργασία.

Το λεγόμενο «matching» του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου με αυτό που βρέθηκε π.χ. σε έναν γεμιστήρα όπλου, ακόμα και εάν υποτεθεί ότι έγινε σύμφωνα με τις εκάστοτε εργαστηριακές προδιαγραφές και μας δίνει εξατομίκευση, δεν θα μπορούσε να «απαντήσει» στο εάν ο κατηγορούμενος/ύποπτος άγγιξε ποτέ τον γεμιστήρα και μάλιστα εν γνώσει της λειτουργικής του χρήσης ως γεμιστήρα όπλου, εάν έχουμε διασπορά γενετικού υλικού ή εμφύτευση αυτού από δόλιους ανακριτικούς υπαλλήλους (βλ. λ.χ. την αμερικανική υπόθεση O.J. Simpson), εάν ο κατηγορούμενος είναι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης κ.ά.

Για την εξατομίκευση των στατιστικών δεδομένων (όσο συντριπτικά και αν είναι) θα χρειαστούν και περαιτέρω αποδεικτικά μέσα τα οποία θα είναι προσωποπαγή, υπό την έννοια ότι θα αφορούν τον κατηγορούμενο όχι μέσω της ένταξής του στην ομάδα αναφοράς με ίδιο γενετικό αποτύπωμα αλλά με έναν πιο άμεσο τρόπο (π.χ. μαρτυρική κατάθεση, οπτικοακουστικό υλικό).

Η ενοχή δεν είναι ένα επιστημονικό συμπέρασμα αλλά μια νομική κατασκευή. Ο δημόσιος διάλογος που έχει ξεσπάσει με αφορμή μια πολύκροτη υπόθεση καταδίκης για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση θα ήταν χρήσιμο να λάβει υπόψη τα παραπάνω...

Κυριάκος Ν. Κώτσογλου (efsyn.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε τις σημαντικότερες ειδήσεις της ημέρας