ΔΕΝ ΤΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΥΤΑ, ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΤΑ ΛΕΝΕ...Οι σχέσεις του Κεμαλικού κράτους με τήν Σοβιετική Ρωσία πρίν και μετά τήν Μικρασιατική Καταστροφή....




ΤΟ ΠΟΛΥΣΥΝΘΕΤΟ ΓΛΥΠΤΟ ΑΥΤΟ ΣΥΝΟΛΟ, ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ
ΣΤΕΝΟΤΑΤΟΥΣ ΔΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ ΜΕ ΤΟΥΣ
ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΤΟΥ ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΚΕΜΑΛ.....



του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, ιστορικού ερευνητή της Μικράς Ασίας του Αιγαίου


Εισαγωγή


Η Μικρασιατική καταστροφή ως όρος στην ελληνική ιστοριογραφία, δηλώνει το τραγικό γεγονός στην ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού — το τέλος της τρισχιλιετούς ελληνικής ιστορίας της Μικράς Ασίας και την “Έξοδο”, τον διωγμό των ιθαγενών του ορθόδοξου ελληνικού πληθυσμού από τις αρχαίες του εστίες.


Η γενοκτονία των Ελλήνων – ως διαφορετική πολιτική ανάγνωση, εθνοτική κάθαρση -, που αναπτύσσεται από τους Νεότουρκους στα χρόνια του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου (1914-1918), έφτασε στο αποκορύφωμά της και ολοκληρώθηκε με τους Κεμαλιστές μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στη μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922), μαζί με τον ξερίζωμα όλου του πληθυσμού από τη γη του – βλ. “Αιολική γη” του Ηλ. Βενέζη / “Η πατρίδα μου το Αϊβαλί” του Φ. Κόντογλου ”Τα ματωμένα Χώματα” της Δ. Σωτηρίου/ “Χαμένες Πατρίδες” του Γ. Καψή κλπ.- ήταν δυσανάλογη με τις αριθμητικές απώλειες του στρατού και καταξιώθηκε στην ιστοριογραφία με τον όρο “Καταστροφή”.


Ο Γάλλος ιστορικός Εντουάρ Ντριό, στο έργο του “La question de l’ Orient 1918-1938″, έγραψε ότι η Μικρασιατική καταστροφή ήταν πιο άγρια και τρομερή, σε σχέση με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως”.


Ο Γάλλος Ελληνιστής, Οκταβιανός Μερλιέ, έγραψε ότι “η απώλεια της Μικράς Ασίας σήμανε το τέλος της ιστορίας είκοσι αιώνων.
Το 1453 σηματοδότησε το τέλος του Βυζαντίου, το 1922 ήταν πιο τραγικό, καθώς σηματοδότησε το τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού”.


Μόνο στη Σμύρνη, ο μισός πληθυσμός της οποίας – περίπου 107.000 – ήταν ελληνικός, ο τραγικός θάνατος περιέλαβε και έναν μεγάλο αριθμό διακεκριμένων Ελλήνων της πόλεως, εκπρόσωπους της ελληνικής κοινότητας, ιερείς, δασκάλους και πρεσβύτερους.


Μαζί με τον Άγιο Μητροπολίτη Σμύρνης, Χρυσόστομο, οι Τούρκοι σκότωσαν 347 ιερείς της Επισκοπής της Σμύρνης σε συνολικό αριθμό 459, καθώς και τους Μητροπολίτες, Μοσχονησίων Αμβρόσιο, Κυδωνιών Γρηγόριο – τον έκαψαν ζωντανό – Ικονίου Ζήλωνα – που σφαγιάστηκε.


Από τις 46 εκκλησίες της Σμύρνης διασώθηκαν μόνο 3. Κανείς δεν κατάφερε να μάθει, τι έχει απομείνει από το σώμα του αγίου Χρυσοστόμου. Σύμφωνα με φήμες, ωστόσο, το πτώμα του θάφτηκε σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του αθλητικού σωματείου του Απόλλωνα Σμύρνης, ενώ κατά μια άλλη εκδοχή, κοντά σε ένα ποτάμι…


Το 1992, με πρωτοβουλία της Ένωσης Σμυρναίων της Αθήνας και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο μητροπολίτης Χρυσόστομος περιελήφθη στον κατάλογο των αγίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.


Κανένα κράτος του κόσμου, όπως η τσαρική Ρωσία, δεν οδηγήθηκε σε τόσους πολέμους, όπως με την περίπτωση της Τουρκίας.


Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι διήρκεσαν 240 συναπτά έτη: 1676-1681, 1695-1700, 1710-1713, 1735-1739, 1768-1774, 1787-1791, 1806-1812, 1828-1829, 1853-1856, 1877-1878, 1914-1918.


Τα ειρηνικά χρόνια που μεσολάβησαν, στην πραγματικότητα είχαν το χαρακτήρα της ανακωχής, του ψυχρού πολέμου και της προετοιμασίας για ένα νέο πόλεμο μεταξύ τους.


Από την ιστορία, είναι γνωστό, ότι πριν από τον πόλεμο 1914-1918, η Τουρκία κατείχε στη Μικρά Ασία και στην Ευρώπη εδάφη συνολικού εμβαδού 1.786.716 τετρ. χλμ. με πληθυσμό περίπου 21 εκατ. Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, η έκταση της Τουρκίας περιορίστηκε στα 732.000 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της μειώθηκε στα 13 εκατ.


Έτσι, κατά το Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο του 1914-1918, η Τουρκία έχασε έως και 66% από τη συνολική έκταση και έως 33% του πληθυσμού της.


Μετά από αυτό τον πόλεμο, ένα μεγάλο μέρος του εδάφους της Τουρκίας στην πραγματικότητα διαμοιράστηκε ανάμεσα στα κράτη-νικητές – όπως την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα – ενώ καταργήθηκε η ίδια η ανεξάρτητη ύπαρξη της Τουρκίας.


Τα στρατεύματα της “Αντάντ” κατέλαβαν την πρώτη θέση σε όλη την περιοχή, τα στενά του Βόσπορου και τα Δαρδανέλια, ενώ ο διοικητικός ρόλος σε αυτή την επιχείρηση ανήκε στην Αγγλία.


Σε αντίθεση με τα θύματα της ήττας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τη Γερμανία και τη Ρωσία, την Τουρκία περίμενε ακόμα μια όχι αξιοζήλευτη μοίρα.


Την κατανομή των εδαφών της σχεδίασαν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι να διαμοιράσουν μεταξύ των γειτονικών κρατών σε αυτήν και ένα μέρος να συμπεριληφθεί στην αποικιακή κατοχή.


Με αυτό τον τρόπο, οι Τούρκοι θα μπορούσαν εντελώς να χάσουν την κρατική υπόστασή τους. Η εμφάνιση του Κεμάλ Ατατούρκ, «σαν από μηχανής Θεού» εμπόδισε την εκτέλεση όλων αυτών των σχεδίων.


Αυτό το γεγονός, αποτελεί την πιο σπάνια περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία, όταν ένας άνθρωπος έχει καταφέρει να παρέμβει και να αποφασίσει για την τύχη ολόκληρου του λαού και στο τέλος να υπερασπιστεί και να δημιουργήσει ένα κράτος νέου τύπου.


Στόχος των μπολσεβίκων της Ρωσίας, ήταν η προσπάθεια διάδοσης στην ανατολή της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Χωρίς την Τουρκία, που απολαμβάνε τεράστιο κύρος μεταξύ των μουσουλμάνων, δεν θα μπορούσε να υπολογίζει στην εξάπλωση της πολιτικής της επιρροής στον ισλαμικό κόσμο.


Από την άλλη πλευρά υπήρχε η αναγκαιότητα του προσανατολισμού των Κεμαλιστών στην Σοβιετική Ρωσία, που υποστηριζόταν από την παροχή στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας.


Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, σε μια αμοιβαία επωφελή σχέση μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας εμφανίστηκαν συνυφασμένα πολιτικά, στρατιωτικά, ιδεολογικά και οικονομικά συμφέροντα.


Τα εθνικά συμφέροντα της Σοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας κατά ανορθόδοξο και απίθανο τρόπο ευθυγραμμίστηκαν, ενώ για πολλούς αιώνες πριν, Ρωσία και Τουρκία ήταν ασυμβίβαστοι αντιπάλοι.


Το γεγονός, ότι τα συμφέροντα των δύο αιώνιων εχθρών ταιριάζουν και ότι εκτός από τη Σοβιετική Ρωσία σε βοήθεια της Τουρκίας κανείς δεν θα προσέλθει, ο πρώτος που το κατάλαβε, ήταν ο Ατατούρκ.


Ήδη, μέσα σε τρεις μέρες (26 Απριλίου 1920) μετά την σύνοδο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, ο Μουσταφά Κεμάλ εις το όνομα της διαμορφούμενης κυβέρνησης, ζήτησε με επίσημη επιστολή του προς την κυβέρνηση της Σοβιετικής Ρωσίας, την επανίδρυση των διπλωματικών σχέσεων και την παροχή βοήθειας στην Τουρκία. Τα αιτήματα έγιναν άμεσα αποδεκτά.


Στις 5 ιανουαρίου 1922, πολιτικός απεσταλμένος της Σοβιετικής Ρωσίας στην Τουρκία διορίστηκε ο Σεμιόν Αράλοβ.


Πριν από την αναχώρησή του για την Άγκυρα, όπως έγραψε ο ίδιος ο Αράλοβ στα απομνημονεύματα του, στην ομιλία του ο Β. Ι. Λένιν είπε: “Οι Τούρκοι μάχονται για την εθνική τους απελευθέρωση. Ως εκ τούτου, η Κεντρική Επιτροπή σας στέλνει εκεί ως έναν πεπειραμένο στις στρατιωτικές επιχειρήσεις”.


Στην Άγκυρα, η σοβιετική κυβέρνηση βοήθησε με την κατασκευή δύο εργοστασίων πυρίτιδας, ταυτόχρονα με την τοποθέτηση στην Τουρκία εξοπλισμού για εγκαταστάσεις και πρώτη ύλη για την παραγωγή φυσιγγίων.


Επιπλέον, η σοβιετική διπλωματική αποστολή με επικεφαλής τον σύμβουλο Γιουπμάλ-Ανγκάρσκυ στη δεκαετία του 1920, παρέδωσε στους εκπροσώπους της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης 200,6 κιλά χρυσού σε ράβδους και την υπόσχεση της σοβιετικής κυβέρνησης για διαπραγματεύσεις στη Μόσχα.


Παράλληλα,ο Μιχαήλ Φρούνζε, στην Τραπεζούντα, παρέδωσε στις τουρκικές αρχές 100 χιλιάδες χρυσά ρούβλια για την ίδρυση ορφανοτροφείου για τα παιδιά που έχασαν τους γονείς τους στο μέτωπο.


Ο Σεμιόν Αράλοβ τον Απρίλιο του 1922, παρέδωσε επίσης ως δωρεά στον τουρκικό στρατό 20 χιλιάδες λίρες για την απόκτηση τυπογραφείων και κινηματογράφου.


Εκτός από αυτό, στις αρχές του 1922 στην Τουρκία μεταφέρθηκαν αρκετές παρτίδες όπλων.
Στις 3 Μαΐου 1922, ο απεσταλμένος της Σοβιετικής Ρωσίας στην Άγκυρα, Σεμιόν Αράλοβ μετέφερε και παρέδωσε στην τουρκική κυβέρνηση 3,5 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια – την τελευταία δόση από τα 10 εκατ. ρούβλια , που υποσχέθηκε κατά την υπογραφή της σύμβασης του 1921.


Στη σύγκλιση μεταξύ των δύο χωρών στο άμεσο μέλλον, συνέβαλαν οι διπλωματικές προσπάθειες των αντιπροσωπειών των δύο χωρών κατά τη διάρκεια της Συνθήκης της Λωζάνης του 1922-23.


Η Σοβιετική Ρωσία υποστήριξε την Τουρκία και υπερασπίστηκε τη διατριβή για την υποχρεωτική τουρκική κυριαρχία πάνω στη Μικρασιατική χερσόνησο και στα στενά.


Επιπλέον, νωρίτερα στις 16 Μαρτίου 1921 σε μια εορταστική ατμόσφαιρα στη Μόσχα υπεγράφη η Σύμβαση για τη φιλία και την αδελφότητα μεταξύ της Σοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας.


Σύμφωνα με αυτό το έγγραφο η Σοβιετική κυβέρνηση αναγνώρισε στην κατοχή της Τουρκίας τις περιοχές του Καρς, Αρνταγάν και Αρτβίν, αλλά η Τουρκία δέχθηκε ως αντάλλαγμα την κυριαρχία της Γεωργίας στην περιοχή του Βατούμι.


Ταυτόχρονα, επιτεύχθηκε συμφωνία για την παροχή από τη Σοβιετική Ρωσία στην Τουρκία του ποσού των 10 εκατ. χρυσών ρουβλίων και στρατιωτικά υλικά.
Στις 13 Οκτωβρίου 1921 με τη συμμετοχή της Σοβιετικής Ρωσίας, επετεύχθη στο Καρς η σύμβαση για τη φιλία ανάμεσα στην Τουρκία, από τη μία πλευρά, και το Αζερμπαϊτζάν, την Αρμενία και τη Γεωργία από την άλλη.


Μετά τη σύναψη της συνθήκης της Λωζάνης, η Τουρκία απέκτησε κρατική ανεξαρτησία, οι ξένες δυνάμεις αποσύρθηκαν από το τουρκικό έδαφος και στις 29 Οκτωβρίου 1923 η Μεγάλη Εθνική Συνέλευση ανακήρυξε την Τουρκία ως δημοκρατία.


Στο τηλεγράφημα του Προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΣΣΔ, Μ.Ι. Καλίνιν από 31 οκτωβρίου 1923 αναφερόταν:


“Χαιρετίζω θερμά εξ ονόματος της Ένωσης των λαών της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας και των συμμάχων της κυβέρνησης τον αδελφό τουρκικό λαό και την φίλη κυβέρνηση της Τουρκίας με αφορμή την οριστική ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, η οποία για πάντα έδωσε τέλος στο δεσποτικό μοναρχικό σύστημα.


Συγχαρητήρια, Γαζή Μουσταφά Κεμάλ πασά, με αφορμή την εκλογή σας στη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, καλωσορίζοντας στο πρόσωπό σας έναν εξαίρετο και επικεφαλής του ηρωϊκού αγώνα του τουρκικού λαού ενάντια στην εισβολή των ξένων κατακτητών…


Εκφράζω την ισχυρή εμπιστοσύνη, ότι οι αχώριστοι δεσμοί φιλίας μεταξύ των λαών μας και των κυβερνήσεων της Τουρκίας και της Σοβιετικής Ένωσης, θα γίνονται ολοένα και πιο στενοί και θα προωθήσουν την ευημερία και των δύο κρατών μας”.


Ο ιστορικός Βασίλης Τσεγκελίδης γράφει στο άρθρο του “Έλληνες του Πόντου στα απομνημονεύματα του πρώτου σοβιετικού πρέσβη στην Τουρκία”:
“Oι νέοι Τούρκοι ηγέτες Μουσταφά Κεμάλ πασά, Ισμέτ πασά και Φεβζή πασά με τη βοήθεια των σοβιετικών συμβούλων τους, άρχισαν να συγκεντρώνουν γύρω τους αποσπάσματα του τουρκικού στρατού και ληστρικές ομάδες (Τσέτες), που αργότερα, οι σοβιετικοί ιστορικοί ονόμαζαν επαναστάτες.


Μετά τη συνάντηση με τον Τσετσέριν και τον Λένιν, ο Αράλοβ κατευθύνθηκε προς βοήθεια των Κεμαλιστών.


Σε μια ομιλία του ο Λένιν είπε: “Φυσικά, ο Μουσταφά Κεμάλ πασά δεν είναι σοσιαλιστής, αλλά, προφανώς, οργανωτής, ένας ταλαντούχος στρατιωτικός ηγέτης, που καθοδηγεί μια αστικού τύπου εθνική επανάσταση, σταδιακά έχει εναρμονιστεί μαζί μας ως άνθρωπος και έξυπνος πολιτικός.


Κατάλαβε την έννοια της σοσιαλιστικής επανάστασης και αναφέρεται θετικά για τη Σοβιετική Ρωσία. … Πρέπει να τον βοηθήσουμε, δηλαδή, να βοηθήσουμε τον τουρκικό λαό.


Αυτή θα είναι η δουλειά σας.


Σεβαστείτε την τουρκική κυβέρνηση, τον τουρκικό λαό, μην δείξετε έπαρση και μην ανακατεύεστε στις δουλειές τους.


Η Αγγλία έσπρωξε εκεί τους Έλληνες…


Θα πρέπει να επιδείξετε σοβαρή δουλειά.


Ο σύντροφος Φρούνζε τις προάλλες αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Άγκυρα από την Ουκρανική Σοσιαλιστική Δημοκρατία.


Προφανώς, θα τον συναντήσετε στην Τουρκία.


Να βοηθήσουμε οικονομικά την Τουρκία, μπορούμε, αν και οι ίδιοι είναι φτωχοί… Ο τουρκικός λαός θα αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος…
Ας σας απαλλάξει ο Θεός από την αλαζονεία”.


Ο Αράλοβ, περιγράφοντας αυτό το σημείο του λόγου, διέκρινε κάποια σύγχυση και αμηχανία στα λόγια του Λένιν, όταν εκφώνησε την τελευταία του φράση και αναφέρει στα απομνημονεύματά του: «O Β. Ι. Λένιν με αυτά τα λόγια, χαμογέλασε και είπε, ότι ο Θεός, βέβαια, δεν έχει καμμία σχέση».


Προφανώς, ο Αράλοβ, ο Φρούνζε και όλοι οι άλλοι μετέβησαν στην Τουρκία για να την διασώσουν από τους Έλληνες…


Το γλυπτό μνημείο – της φωτογραφίας – βρίσκεται στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης και είναι έργο του γλύπτη Πέτρο Κανόνικ (Αύγουστος 1928). Είναι αφιερωμένο στη φιλία των λαών της Σοβιετικής Ρωσίας και της Τουρκίας. Διακρίνεται στο κέντρο ο Κεμάλ Ατατούρκ και δίπλα του οι φίλοι από την ΕΣΣΔ, Μ. Φρούνζε, Σ. Αράλοβ, Κ. Βοροσίλοβ κ.ά.


Βιβλιογραφικές πηγές
Αναμνήσεις σοβιετικού διπλωμάτη, 1922-1923, Σ. Ι. Αράλοβ, Μόσχα, 1960.


Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στην Τουρκία 1918-1923, Α.Μ. Σαμσουτντίνοβ, Μόσχα, 1966.


Έλληνες του Πόντου στα απομνημονεύματα του πρώτου σοβιετικού πρέσβη στην Τουρκία, Β. Τσεγκελίδης, 31.08.2015.


Πηγή: Δίκτυο Μικρασιάτης
averoph.wordpress.com
odysseiatv.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας: