ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ!!!


 «Ευρέθηκεν ένα αντέτι (συνήθεια),να είναι εις κάθε βιλαέτι,από ένας καπετάνιος,φρόνιμος σαν μουσουλμάνος.Γιά να είναι φυλαχτάδες,στους λοιπούς κυβερνητάδες,περπατούσαν τιμημένοι,και καλά σιγουρεμένοι.Αρκετά εκαζαντούσαν,και τον τόπο τους τηρούσαν,οχ τους καπεταναραίους,που τους είχαμεν νοικοκυραίους.Και σε όλους τους καζάδες,πέρναγαν σαν αφεντάδες».
Αναφέρεται στο βιβλίο τού Νίκου Κοταρίδη:
«Παραδοσιακή επανάσταση και Εικοσιένα», σελ. 88
Οι αρματολοί μαζί με τις τοπικές δυνάμεις κατοχής ήταν η αιχμή τού δόρατος τής κατασταλτικής μηχανής τού οθωμανικού κράτους. Δέν θεωρούνταν κατακτημένοι και ως εκ τούτου δέν πλήρωναν κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Σαν στρατιωτικοί τής εποχής είχαν νόμιμη αναγνώριση από τους οθωμανούς και, έχοντας σύμβαση με το οθωμανικό δημόσιο, πληρώνονταν με φορολογία, που επιβαλλόταν πάνω στον αγροτοκτηνοτροφικό πληθυσμό.

Οι οθωμανοί είχαν αναθέσει στους πλούσιους ρωμιούς να συγκεντρώνουν τους φόρους, που υπολογίζονταν πάντοτε σε πουγγιά. Αυτοί ήταν οικοτζαμπάσηδες. Όταν η Πύλη αξίωνε 20 πουγγιά, εισέπρατταν από τους ραγιάδες 25 κι ενθυλάκωναν το παραπανίσιο προσφέροντας ένα πεσκέσι στον τούρκο, γιά να κλείνει τα μάτια.

Γι’ αυτό οι ρωμιοί συνήθιζαν να λένε, ότι δούλευαν γιά τις τρεις μάστιγες: τουςπαπάδες, τους κοτζαμπάσηδες και τους τούρκους. Η σειρά δέν άλλαζε ποτέ.
Στην Κωνσταντινούπολη επίσης, σχηματίστηκε μιά αριστοκρατία, που συγκέντρωσε όχι μόνο μεγάλο πλούτο, αλλά και πολιτική δύναμη, η οποία πολιτογραφήθηκε στην ιστορία μας με το όνομα φαναριώτες από το ομώνυμο προάστιο τής πόλης. Οι φαναριώτες στο σύνολό τους δέν είχαν καμμία εθνική συνείδηση. Λόγω τής κοινωνικής τους θέσης ήταν τουρκόφιλοι, εξυπηρέτησαν την πολιτική των σουλτάνων κι αποτελούσαν τυφλά όργανα τής οθωμανικής εξουσίας.

Μέσα από την παραμορφωμένη και μεταλλαγμένη «επίσημη ιστορία», οι χριστιανικές ηγετικές ομάδες παρουσιάζονται με τρόπο τελείως διαφορετικό από αυτόν, που στην πραγματικότητα έδρασαν. Παρά τις μεταξύ τους ενδοεξουσιαστικές συγκρούσεις, καθ’ όλη τή διάρκεια τής οθωμανικής περιόδου έδρασαν σε συνεργασία -όταν αυτή εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους- με τους οθωμανούς και από κοινού κατέπνιξαν κάθε απόπειρα των καταπιεζόμενων.

Ό,τι δέν μπορέσουν να εξοντώσουν ολοκληρωτικά, το αφομοίωσαν με «ιδέες» και «οράματα» (π.χ. Μεγάλη Ιδέα), που οι ίδιοι δημιούργησαν και τα οποία μας ταλανίζουν μέχρι σήμερα.

 





Χαρακτηριστικοί τύποι από τις
εξουσιαστικές ομάδες τής οθωμα-
νικής περιόδου
 στον ελλαδικό χώρο:
Αρματολός (αριστερά), αρχόντισσα,
κοτζάμπασης (όρθιος) και πασάς.

Στο φόντο διακρίνονται αρχαίες
κολώνες, ένας μιναρές
κι ο τρούλος μιάς εκκλησίας.
  

Αρματολοί
Ήταν μισθοφόροι, που λειτουργούσαν σαν εκτελεστικό όργανο τού πασά και τού χριστανού κοτζάμπαση. Μ’ αυτούς τους δύο πολλές φορές έρχονταν σε σύγκρουση γιά την είσπραξη των φόρων, κάτι πολύ φυσικό άλλωστε, ανάμεσα σε ηγετικές ομάδες. (Τζιορβάς λεγόταν η είσπραξη των φόρων, που σήμαινε και ντουρβά, δηλαδή σακκούλι με χρήμα).

Οι περιοχές υπό την
εξουσία των αρματο-
λών ονομάζονταν
αρματολίκια και
αποτελούνταν από
σύνολα «ελεύθερων
χωριών» με σχετική
αυτονομία. Τα αρμα-
τολίκια αρχίζουν να
διαμορφώνονται
στον ελλαδικό χώρο
τον 15ο αιώνα,
ακμάζουν τον 17ο
και φθίνουν κάτω

 
Η αντανάκλαση των ενδοεξουσιαστικών
συγκρούσεων στο δημοτικό τραγούδι.

 
από τα χτυπήματα τής κεντρικής εξουσίας και των αντίπαλων ηγετικών ομάδων την προ τού '21 περίοδο, καθώς οι περισσότεροι «έλληνες» αρματωλοί, λόγω τής απόπειρας αυτοδιοίκησής τους, θα αντικατασταθούν απόαρβανίτες δερβεναγάδες.

Αποτελούσαν ανεξάρτητες περιοχές, οι οποίες κατέβαλλαν συμβολικό μόνο φόρο στους οθωμανούς. Σ' αυτές τις περιοχές είχαν σχηματιστεί δυνατέςστρατιωτικές αριστοκρατίες, που εξουσίαζαν τους χωρικούς με βάρβαρο τρόπο.

Τα κυριώτερα αρματολίκια στην Στερεά ήταν: στα Άγραφα (Μπουκουβάλας, στο Βάλτο (Ανδρέας Ίσκου), στη Βόνιτσα (Γ. Τσόγκας), στο Καρπενήσι(Συκάδες) κ.ά..
 



Ο Ανώνυμος τής Ελληνικής Νομαρχίας 
γιά τις χριστιανικές ηγετικές ομάδες.
 
Στο Μωρηά
δέν υπήρχαν
αρματολίκια,
γιατί εκεί επι-
κρατούν οι
κοτζαμπάσηδες
κι έτσι οι οθω-
μανοί δέν χρει-
άζονταν άλλους
εκτελεστές των
συμφερόντων
τους.

Οι κοτζαμπά-
σηδες είχαν
δημιουργήσει
ένα ειδικό κατα-
σταλτικό σώμα,
τους κάπους, οι
οποίοι υπάγονταν
κατευθείαν στους
προεστούς, χωρίς
να υπάρχει καμμία
παρέμβαση από τις
οθωμανικές αρχές.
  Η αρματολίτικη ομάδα ήταν πολυάριθμη και μοιραζόταν σε όλη την έκταση τού αρματολικιού. Κόλια λέγονταν οι περιοχές και κολτζήδες οι επικεφαλής, που ορίζονταν από τον καπετάνιο. Στην ιεραρχία, τον καπετάνιο ακολουθούσαν ο κολτζής και μετά ο πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας αρματολός. 

Ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία
προσαρμόζονταν και οι αμοιβές. Ο καπε-
τάνιος διοριζόταν από τον πασά μετά από
πρόταση των κοτζαμπάσηδων. «Μετά
την πράξιν ταύτην
» (το διορισμό τού
καπετάνιου), γράφει ο Κουτσονίκας,
«εγένετο και άλλη τις απόφασις τής
επαρχίας, παρόντων τού μουσελίμη και
τού Καδή, ήτις όριζε τον αριθμό των
στρατιωτών, τους οποίους έπρεπε να
έχει ο καπετάνιος και την μισθοδοσίαν
αυτών, την οποίαν διένημον εις τα χω-
ρία τής επαρχίας, ο δε καπετάνιος περι-
οδεύων
 [...] εισέπραττε τα τής μισθο-
δοσίας χρήματα
». (Α. Πολίτη, «Κλέφτι-
κα», σελ. λα΄).

Κάθε αρματολός ήταν υποχρεωμένος να
δίνει στρατό στις εκστρατείες τού σουλ-
τάνου, όπως ακριβώς οι πασάδες και
παλιότερα οι χριστιανοί σπαχήδες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η
συμμετοχή των αρματολών τής Στερεάς
στην επανακατάληψη τού Μωρηά (που
κατείχαν γιά το διαστημα 1695-1715 οι
ενετοί), από τους οθωμανούς:
 
 
Ρωμιός αρματολός
 
   «Η επιδρομή των ρουμελιωτών ήταν πραγματική θεομηνία γιά τον χριστιανικό πληθυσμό, που αφού τον εγύμνωσαν κυριολεκτικά, γύρισαν στη Ρούμελη γεμάτοι λάφυρα και έμεινε γιά πάντα έπειτα η ανάμνηση τής επιδρομής τους φοβερή και αξέχαστη με την παροιμιακή έκφραση στον ”καιρό τής Αλλαμπάντας (πλιάτσικο)“». (Τ. Σταματόπουλου: «Ο κατακαημένος Μοριάς και η δραματική ιστορία του», σ. 15).






Μεγάλη εξουσία είχε
παραχωρηθεί και στους
μητροπολίτες, οι οποίοι
μαζί με τους κοτζαμπάση-
δες είχαν συγκεντρώσει
όλη τη δικαστική εξουσία
στα χέρια τους απονέ-
μοντες αυτοί και μόνοι
στους ραγιάδες χριστια-
νούς τη δικαιοσύνη κι
όχι η οθωμανική διοίκηση.
Στον πίνακα εικονίζεται πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
με κληρικούς τού ιστ΄ αι., οι οποίοι φέρουν σαρίκια και άμφια
όμοια με των αξιωματούχων των σουλτάνων. 
 

Οι αρματολοί φημίζονταν γιά τη βαρβαρότητα και τον αυταρχισμό τους και εκμεταλλεύονταν καθημερινά τους φτωχούς με αρπαγές, βία και δολιότητα. Σ’ όσες εξεγέρσεις δέν μπορούσαν να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν, θα σταθούν πλάι-πλάι με τους οθωμανούς. Αρκετές φορές θα μεταπηδήσουν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο (από αρματολοί «κλέφτες», και από εκμεταλλευτές των ανθρώπων σε «σωτήρες» τους) στο κυνήγι τής εξουσίας και τού πλούτου.

Κλασική περίπτωση ο πρώην διώκτης των κλεφτών και μπέης τής Μάνης,Λυμπεράκης Γερακάρης, που, υποκινούμενος απο τους ενετούς, θα «επαναστατήσει» με τους αρματολούς τής Στερεάς το 1696 εναντίον των οθωμανών, θα καταλάβει ένα μεγάλο μέρος της και στο λίγο διάστημα τής κυριαρχίας του θα κάνει τους ραγιάδες να αναπολήσουν την «ηπιότητα» τής οθωμανικής εξουσιας. («Χριστιανοί λεγόμενοι χριστιανούς ημάς εκακοποίησαν και ελεηλάτησαν λεηλασίαν εσχάτην [...] και τελείως ημάς εστέρησαν των υπαρχόντων. Πολλούς από λόγου μας, πιστεύσατε αυθέντοι εγύμνωσαν τελείως, ως τους εγέννησεν η μάνα τους», γράφουν στην έκθεσή τους προς τους ενετούς οι κάτοικοι τής Άρτας παρακαλώντας τους να παρέμβουν. Κ. Σάθα: «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα», τόμ. Γ', σελ. 98).
«Τη μιά φορά εχθροί των τούρκων, την άλλη στην υπηρεσία τους. Οι μεν πολεμούν τον Αλήπασα, οι άλλοι είναι οπλαρχηγοί του. Και οι προεστοί διώκτες τους ανηλεείς στα χρόνια τής κλεφτουριάς. Ο Οδυσσέας, ο Γρίβας, ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης υπηρετούσαν τον τύραννο τής Ηπείρου. Έλληνες αρματολοί διορισμένοι από τούρκους τυραννούσαν τη Ρούμελη. Οι μανιάτες και οι σουλιώτες, πολεμικοί λαοί άγονων περιοχών, διέπρεψαν κατά την τουρκοκρατία στη ληστοπειρατεία και την καταπίεση των γειτόνων τους, και στην επανάσταση υπηρετούσαν ως μισθοφόροι». (Κ. Σιμόπουλου: «Η διαφθορά τής εξουσίας», σελ. 98).

Ο παπάδες -εκτός κάποιων εξαιρέσεων στα μεγαλοχώρια και τις πόλεις- ήταν κι αυτοί φτωχοί. Ως εκ τούτου, οι περισσότεροι από αυτούς, επειδή ανήκαν στη λαϊκή μάζα, είχαν κοινά συμφέροντα με αυτήν, υπέφεραν από την ίδια καταπίεση κι εκμετάλλευση των μεγαλονοικοκυραίων και μπέηδων κι επί πλέον είχαν στη ράχη τους και τον δεσπότη, ο οποίος τους ζητούσε σε ορισμένα τακτικά και έκτακτα χρονικά διαστήματα πεσκέσια σε είδος και ακόμη και χρηματική παροχή. Γι’ αυτό κατά το ’21 πολλοί κατώτεροι κληρικοί βρέθηκαν να συμμετέχουν στη γενική εξέγερση / πλιάτσικο αδιαφορώντας γιά την αντίθετη στάση τού επίσκοπου ή μητροπολίτη τους.

Οι αρματολοί δρώντας σαν ένα αλληλένδετο κομμάτι τού οθωμανικού κατασταλτικού μηχανισμού, θα απομυζήσουν οικονομικά τις καταπιεζόμενες κοινωνικές ομάδες τού ελλαδικού χώρου και θα καταπνίξουν στο αίμα κάθε εξεγερτική τους απόπειρα κατά το διάστημα τής οθωμανικής περιόδου. Όντας παραγκωνισμένοι στις παραμονές τού '21, θα υιοθετήσουν επιφανειακά τη γεννημένη στις παροικίες τού εξωτερικού εθνική ιδεολογία και θα εμφανιστούν σαν «ελευθερωτές» μετά την έκρηξή της, γιά να πρωταγωνιστήσουν μαζί με τις υπόλοιπες ηγετικές ομάδες στο πολύχρονο και αιματηρό ενδοεξουσιασικό παιχνίδι, που θα παιχτεί στις πλάτες των ραγιάδων και θα οδηγήσει τελικά στη συγκρότηση τού εθνικού κράτους.

 
 
Το αρχοντικό τού Δεσπότη τού Χρυσού στο σημερινό νομό Σερρών.
(Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι).

Παρατηρείστε τον ρωμιό, που τον προσκυνάει γονατιστός. 

Κάτι ανάλογο αναφέρει κι ένας ξένος περιηγητής γιά τον πανίσχυροκοτζάμπαση τής Λιβαδειάς, Άρχοντα Λογοθέτη: «...στη συνέχεια προχώρησαν προς τα εμπρός γιά να χαιρετήσουν τον σπιτονοικοκύρη τους. Όταν οι γυναίκες προχώρησαν, σταυροκοπήθηκαν, όπως κάνουν στη Ρωσία, αλλά τα παιδιά πήραν το χέρι του και το φίλησαν κι ύστερα ακούμπησαν το πίσω μέρος τού χεριού στο μέτωπό τους». (Edward Daniel Clarke: «Travels in Various Countries of Europe, Asia and Africa: Greece, Egypt, and the Holy Land», έκδ. 1818, κεφ. IV, σελ. 155).
 
.
 
   
  
Κοτζαμπάσηδες

«Οι ρωμιοί έχουν τους μεγαλύτερους εχθρούς ανάμεσά τους. Αυτοί είναι οι κοτζαμπάσηδες, από ρωμέικη γενιά, που ενώ κάνουν τούμπες μπροστά στον τούρκο, φορολογούν με τον πιο σκληρό τρόπο εκείνους, που έπρεπε να αγαπούν και να παρηγορούν…
»Η εκφυλισμένη αυτή γενιά έχει όλα τα ελαττώματα των σκλάβων. Μέσα στις εκκλησίες κάθονται σε στασίδια κοντά στο δεσποτικό και σαν τους φαρισαίους τους αρέσει να εξαγοράζουν την πρωτοκαθεδρία αδιαφορώντας γιά την ευτυχία των συγχωριανών τους.
»Κάτω από το μαχαίρι των τούρκων ο ρωμιός είναι σκλάβος. Κάτω όμως, από την εξουσία των συγχωριανών του (κοτζαμπάσηδων), γδύνεται ολότελα και είναι εκατό φορές πιο δυστυχισμένος». 
Th. Thornton: «Etat actual de la Turquie», Παρίσι, 1812.

Οι κοτζαμπάσηδες ή προύχοντες έλκουν την καταγωγή τους από τουςχριστιανούς σπαχήδες των πρώτων αιώνων τής οθωμανικής περιόδου και θα αποτελέσουν την αγροτική αριστοκρατία τής προεπαναστατικής εποχή στον ελλαδικό χώρο. Είναι αυτοί, που θα λειτουργήσουν σαν τοποτηρητές των οθωμανών και ο ρόλος τους θα είναι να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, επωφελή βέβαια και γιά τους ίδιους.


 
Μακρυά από την πρωτόγονη καλύβα
και στο καλύτερο μέρος υπήρχε ο
πύργος με τα παράσπιτά του, τα
κελλάρια, τα λαδαριά, τα βαεναριά
(κρασαποθήκες), τους σταύλους και
τα παχνιά. Εκεί έμενε ο αγάς, ο
μπέης και με τον καιρό κι ο χρι-
στιανός
 προύχοντας. Δίπλα στους
οθωμανούς μεγαλοϊδιοκτήτες σχη-
ματίστηκε και μιά άλλη ολιγαρχία
εκμεταλλευτών: οι χριστιανοί
τσιφλικάδες προύχοντες. 


Στην παραπάνω εικόνα φαίνεται το
αρχοντικό τού προύχοντα τής
Καλα
μάτας, Παναγιώτη Μπενάκη.
 
Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι κατά
την περίοδο τής δεύτερης ενετι-
κής κατοχής τού Μωρηά «...οι
προεστοί τού τόπου
», σύμφωνα
με τα γραφόμενα τού κοτζάμ-
παση Καννέλου Δεληγιάννηστα Απομνημονεύματά του,
«απεφάσισαν να υποκύψουν αυ-
θορμήτως εις τον τουρκικόν ζυ-
γόν. Εσυμφώνησαν λοιπόν,
όλοι οι πρόκριτοι των επαρχιών
και απήλθον εις τας Θήβας,
όπου κατά το 1714 εστάθμευε ο
μεγαλόφρων και τρομερός στρα-
τάρχης Τοπιάλ Οπουμάν Πασάς
με 50.000 και τού προσέφεραν
αυθορμήτως την πατρίδα τους να
ενωθή με την λοιπήν οθωμανικήν
αυτοκρατορίαν
». (Τ. Σταματόπου-
λου: «Ο κατακαημένος Μοριάς και
η δραματική ιστορία του, σελ. 155).


Πριν από το ‘21 υπήρχαν ρωμιοί
τσιφλικάδες με τεράστιες περιου-
σίες, πολύ μεγαλύτερες από αυτές
πολλών οθωμανών. Οι Σισσίνη-
δες 
στην Ηλεία, οι Ζαΐμηδες και
οι Λόντοι στην Αχαΐα, οι Δελη-
γιανναίοι 
στην Αρκαδία, οι Νοτα-
ράδες
 στην Κορινθία, είναι οι κυ-
ριότεροι χριστιανοί γαιοκτήμονες. 

Το 30% τής γης τού Μωρηά, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η εκκλησιαστική ιδιοκτησία, ανήκει στους πλούσιους τσιφλικάδες. Κατά τους πριν το ‘21 χρόνους στην Πελοπόννησο, τη Στερεά, την Ήπειρο και τη Θεσσαλία, η καλλιεργημένη έκταση, που ανήκε σε μουσουλμάνους γαιοκτήμονες και στο οθωμανικό δημόσιο έφτανε τα 6.368.720 στρέμματα έναντι 9.521.200, που ανήκαν στους χριστιανούς.

Οι αριθμοί δείχνουν,
πως πριν το ΄21 στον
ελλαδικό χώρο, το
μισό μέρος τής γης
το εξουσίαζαν οι
χριστιανοί γαιοκτή-
μονες.
Κι απ’ αυτό πάλι,
οι μεγάλες ιδιοκτη-
σίες ήταν τα τρία
τέταρτα και το
ένα τέταρτο
ήταν μικροϊδιοκτησίες.

Οι οθωμανοί, που στην ουσία είναι μειοψηφία, θα συνεργαστούν με τους κοτζαμπάσηδες, «έχοντες» κατά τον γραμματέα τού Κολοκοτρώνη Οικονόμου, «αυτών ανάγκην ως μεσιτών προς τον λαόν εις την υποταγήν» (Μ. Οικονόμου: «Ιστορικά τής ελληνικής παλιγγενεσίας», σελ. 18), όπως άλλωστε και με τις άλλες χριστιανικές ηγετικές ομάδες (κλήρο, αρματoλούς).

Στα νησιά, όπου δέν υπάρχει οθωμανική ιδιοκτησία, κοτζαμπάσηδες (αρχηγοί) είναι οι πλούσιοι πλοιοκτήτες, που ζουν σε πύργους ή οχυρωμένα σπίτια και ονομάζονται «οικοκυραίοι».




Οι ρωμιοί προύχοντες, κατέχοντες στην ουσία αυτοί την πολιτική εξουσία στις περισσότερες επαρχίες, φέρονταν σκληρότατα στους άλλους χριστιανούς.
Πολλές φορές ήταν οι αίτιοι να υφίσταται άγριες καταπιέσεις ο αγροτικός πληθυσμός, γεγονός, το οποίο επιμελώς αποφεύγουν να σημειώνουν οι ρωμιοί ιστορικοί, χαρακτηρίζοντας και περιγράφοντας τους χρόνους εκείνους ως «μαύρους χρόνους σκλαβιάς» χωρίς να καταλογίζουν ευθύνες στους κοτζαμπάσηδες. 


Στον πίνακα εικονίζεται
προεστός αιγαιπελαγίτης.
(Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη).
   
Οι κοτζαμπάσηδες έχουν διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρμοδιότητες, που παραχωρούνται από τους οθωμανούς, στους οποίους δέν είναι αναγκασμένοι να λογοδοτούν γιά τον τρόπο τής άσκησής τους, αλλά γιά τα αποτελέσματά τους. Οι εκλογές, που διεξάγονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα στις κοινότητες είναι τις περισσότερες φορές τυπικές και απλά επικυρώνουν το συνήθως κληρονομικό δικαίωμα των πλουσίων στη διοίκησή τους.

Η βασική και πλέον προσοδοφόρα
αρμοδιότητά τους στους προ τού
’21 χρόνους, είναι η ενοικίαση, η
κατανομή και η είσπραξη των
φόρων τού κράτους.

Όλες οι πηγές, άλλωστε συμφω-
νούν με τούτη τη μαρτυρία ενός
οθωμανού, που αιχμαλωτίστηκε
το 1821 στην Τριπολιτσά:
«Η συνέλευσις των προεστώτων
παρόντων και αγάδων, επρό-
σθετον εις το διά το Δοβλέτι
(βασιλείαν) ορισθέν ποσόν διπλά
και τρίδιπλα δι' έξοδα διάφορα,
και το αναλόγιζαν εις τας δια-
φόρους επαρχίας, κατά τον
πληθυσμόν και την κατάστασιν.
Μετά τούτο έπαιρναν οι προε-
στώτες εκάστης επαρχίας τον
κατάλογον τού εις έκαστον
αναλογούντος ολικού φόρου,
επικυρωμένον και από τον
πασάν, όμοιος τού οποίου
εστέλλετο και εις τον Βοεβόδαν
τής επαρχίας και απήρχοντο. 
 

Αρχόντισσα


»Αυτοί δε προσεκάλουν τους προεστώτας των χωρίων και διπλασιάζοντες μετ’ αυτών το ποσόν, λόγω επαρχιακών εξόδων, το αναλόγιζαν εις έκαστον χωρίον. Το αυτό έπραιττον και οι των χωρίων προεστώτες, συγκαλούντες τους κατοίκους και αναλογίζοντες εις έκαστον το πληρωτέον ποσόν. Αλλ’ επρόσθετον και αυτοί.
 

 

Μυτιληνιά ευγενής
 
»Ούτω λοιπόν εγυμνώνητο ο ραγιάς
και ετυραννείτο. Ημείς δε οι τούρκοι
είμεθα απλοί εκτελεσταί των απο-
φάσεων των προεστώτων και άνευ
τής αποφάσεως αυτών ημείς δέν
ηδυνάμεθα να εισπράξωμεν φόρον
».

(Τ. Σταματόπουλου: «Ο εσωτερικός
αγώνας»).

Η κατάσταση τού αγροτικού πληθυ-
σμού σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο
είναι φρικτή. Οι αγρότες λιμοκτονούν
κι αναγκάζονται να δουλεύουν γιά
ένα κομμάτι ψωμί κάτω από κατα-
πιεστικές συνθήκες:

«Εκεί, εργάζονται χιλιάδες άτομα
γιά να παράγουν γιά ένα πολύ μικρό
αριθμό ανθρώπων, εκεί μικροί τύραννοι συγκεντρώνουν τον όγκο εργασίας μιάς ολόκληρης περιοχής γιά να τον καταβροχθίζουν μόνοι τους.
»Δέν αφήνουν, μάλιστα, στον δύστυχο παραγωγό ούτε τα στοιχειωδώς απαραίτητα, και πωλούν ό,τι δέν μπορούν να καταβροχθίσουν γιά να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες τους. Στη Μακεδονία, όπως και στην Πολωνία, οι αγρότες πεθαίνουν απ' την πείνα και οι άρχοντες πλημμυρίζουν από χρυσάφι».(Φέλιξ Μπωζούρ: «Πίνακας τού εμπορίου τής Ελλάδας στην τουρκοκρατία», τ. Α’, σελ. 84).

Η αφόρητη καταπίεση, η ωμή βία, το άγριο χαράτσωμα, είναι τέτοιο, που κάτοικοι πολλών περιοχών φτάνουν στο σημείο να ζητήσουν τη βοήθεια των οθωμανών εξουσιαστών, γιά να σωθούν: 
«Εμείς οι πτωχοί ραγιάδες τής νήσου Σάμου, από χρόνια κατακυριευμένοι και βασανισμένοι από τους αγοραστάς τού μουκατά, οίτινες σύμφωνοι με μερικούς κοτσαμπάσηδές μας καθεκάστην επιφέρουν εις ημάς τους δυστυχείς αρπαγάς, αδικίας, τζερεμέδες, ζουλούμια, προδοσίας και άλλα μύρια κακά». (Ε. Σταματιάδη: «Σαμιακά», σελ. 11).


Στις επαρχίες τής οθωμανικής αυτο-
κρατορίας επικρατούσε ο θεσμός
των κοινοτήτων. Ήταν δηλαδή
καθιερωμένο το αποκεντρωτικό σύ-
στημα αυτοδιοίκησης.

Κάθε όμως μεγάλη περιοχή κυβερ-
νάτο από έναν πασά και απ’ αυτόν
εξαρτούνταν τόσο οι τοπικοί
τούρκοι άρχοντες των μικρότερων
επαρχιών, όσο και οι προεστοί, που
διοικούσαν τις κοινότητες.

Στις πόλεις και τα χωριά οι έχοντες
μεγάλη περιουσία λέγονταν οτζάκια.
Αυτοί αποτελούσαν την αριστοκρατία
τού τόπου. 

Το σπουδαιότερο πρόσωπο τής κοινότητας ήταν ο προεστός ήδημογέροντας ή κοτζάμπασης και αλλού, όπως στη Μακεδονία και κυρίως στη Θράκη, τσορμπατζής


Εννοείται, ότι οι κοτζαμπάσηδες ανήκαν στις εύπορες οικογένειες και πολλοί από αυτούς στα οτζάκια. Κατά τον επίσημο τουρκικό όρο, οι τούρκοι προεστώτες λέγονταν αγιάν (στα ρωμέικα αγιάνηδες). Οι κοτζαμπάσηδες λοιπόν, ήταν οι χριστιανοί προεστοί των χριστιανικών κοινοτήτων. 

Στον παραπάνω πίνακα εικονίζεται ο Αναγνώστης Δεληγιάννης.
Αγέρωχος και αμετανόητος κοτζάμπασης τού Μοριά.
 
   
Από το 1806 και μετά υπάρχουν
δύο κόμματα, στο οποία συμ-
μετέχουν οθωμανοί αξιωματούχοι
και χριστιανοί κοτζαμπάσηδες.
Μέσ’ απ' αυτά εξυπηρετούν
με συνεργασία τα συμφέροντά
τους, που είναι η υποταγή των
καταπιεσμένων, (ρωμιών,
τούρκων, εβραίων κ.λπ.), το
χαράτσι κι η προστασία τής
κυριαρχίας τους.

Υπάρχει μάλιστα και «συμφω-
νητικό μεταξύ των τούρκων
εξάρχων τού Μοριά και των
ρωμιών προεστώτων των δια-
φόρων καζάδων, περί αμοιβαίας
υποστηρίξεως εναντίον επι-
δρομής ή εξεγέρσεως τινος εκ
μέρους εναντίον ή κακώς φρο-
νούντων». 

(Αρχείο Λόντου, τ. Α΄, σελ. 89,
Ιστορικόν Αρχείον Ι. Θεοφανίδη,
τχ. Α’, σελ. 214).
 
 
Ρωμιά αστή 
από το Φανάρι 

τής Κωνσταντινούπολης 
(18ος αιώνας).
 

   
Αθηναίος άρχοντας
Περιγραφή των κοτζαμπάση-
δων από τον αλβανό ποιητή
τής εποχής, Χατζή-Σεχρέτη.
(Απόσπασμα από την Αληπα-
σιάδα): «...Είναι φαγάδες
στο Μωριά, τη φτώχεια κατα-
πίνουν, είναι πολλοί ζουλού-
μηδες, που τρων τους φου-
καράδες, που κάνουν τής
φτωχολογιάς λογής-λογής
ζιέτια, που τους πατούν τα
έρτζια τους, τους πέρνουν
και το βιό τους και τους αφή-
νουνε γυμνούς να κλαίνε
τον καημό τους...». Τ. Στα-
ματόπουλου: «Ο εσωτερικός
αγώνας», τ. Α΄, σελ.
128-129, έκδ. «Κάλβος»).

Οι καταπιεσμένοι τους μισούν θανάσιμα, γι’ αυτό άλλωστε σε πολλές εξεγέρσεις, που έγιναν, όχι μόνο τους καίνε τα σπίτια και τις περιουσίες, αλλά τους σκοτώνουν όποτε βρίσκουν την ευκαιρία. Οι κοτζαμπάσηδες αναφέρονται καθαρά σαν τὐραννοι και εξουσιαστές, χωρίς καμμία απολύτως διαφορά από τσυς οθωμανούς. Άλλωστε, τους ονομάζουν καλλικάντζαρους και τουρκοκοτζαμπάσηδες.

Ο Δημήτριος Υψηλάντης
στις προκηρύξεις του,
που εκδόθηκαν το 1821,
χαρακτηρίζει τους προ-
εστούς «όμοιους των
τούρκων και άξιους τού
μίσους τού πάσχοντος
λαού
». Ο Καποδίστριας
ονομάζει τους κοτζαμ-
πάσηδες «τούρκους
φέροντας όνομα χρι-
στιανών
».

Φυσικά, αυτοί που
έχουν την εξουσία
«σιδερώνουν» την
ιστορία στα δικά τους
μέτρα. Οι κοτζαμπά-
σηδες, από άπληστοι
εκπρόσωποι τής οθω-
μανικής κυριαρχίας,
τύραννοι τής κοινωνίας 
 
 
Την οθω-
μανική επο-
χή διατηρή-
θηκαν τα
φεουδαρ-
χικά δικαιώ-
ματα των
ευγενών
και τού
ανώτερου
κλήρου.

Στον πίνακα
εικονίζεται
ευγενής
γυναίκα μυ-
κονιάτισσα
.

και πολέμιοι κάθε απελευθερωτικής σκέψης και δράσης, μεταμορφώθηκαν σε «αγωνιστές», «ήρωες τής πατρίδας» και «λαοπρόβλητους ηγέτες».
 

 
Φώτος Καραπάνος
Προεστός 
από την Ακαρνανία.


Δημοτικό τραγούδι
τής Ηπείρου
γιά τους προεστούς:

«Εκείνον τον παλιό καιρό
και το παλιό ζαμάνι,
μ’ είχεν η χώρα προεστό,
με είχεν η χώρα πρώτον.
Κι αντά ‘ριχνα το δόσιμο
και το βαρύ τεφτέρι,
δέκα στους πλούσιους έριχνα,
στις χήρες δεκαπέντε,
στη δόλια τη φτωχολογιά
έριχνα τριανταπέντε».

(Γ. Κορδάτου: «Η κοινωνική
σημασία τής ελληνικής επανα-
στάσεως τού 1821, σελ. 113,
έκδ. «Επικαιρότητα», 1975).

Όμως, «οι κοτζαμπάσηδες ή προύχοντες δέν ήσαν λαοπρόβλητοι, καθώς τινες γράφουσι και λέγουσι. Αλλ' ήσαν ένα σώμα ενωμένον διά τού μεταξύ των συμφέροντος... Όλα τα γινόμενα έξοδα ήσαν εις βάρος τού ραγιά, ώστε ο ραγιάς δέν είχε καμμίαν ανακούφισιν εκ μέρους των κοτζαμπάσηδων ή των λεγόμενων πληρεξουσίων (Βεκιλίδων). Όλος ο θόρυβος και η κίνησις εγένετο προς το συμφέρον των τούρκων και των συντρόφων των κοτζαμπάσηδων... Ούτοι ενήργουν ως υπηρέται των ορέξεων των τούρκων και το επάγγελμα αυτό ήτο ο πόρος τής απαλλαγής των από τα βάρη και τας φορολογίας. Εισέπραττον εκατόν και έδιδον μόνο είκοσι πέντε, εξαπατώντες τους τούρκους.»Τοιούτος ήτο ο κοτζάμπασης, όστις κατά τα άλλα πάντα εμιμείτο τον τούρκον, καθώς εις την ενδυμασίαν, εις τους εξωτερικούς τρόπους και εις τα τής οικίας του. Η ευζωία του ήτο όμοια με εκείνην τού τούρκου και μόνο κατά το όνομα διέφερεν, αντί π.χ. να τον λέγουν Χασάνην, τον έλεγαν Γιάννην και αντί να πηγαίνει εις το τζαμί, επήγαινεν εις εκκλησίαν. Μόνον κατά τούτο υπήρχε διάκρισις».(Φωτάκου: «Απομνημονεύματα», τ. Α’, σελ. 32-33).


Φαναριώτες

     
«Ας αφήσωμεν εις τους φιλοσόφους την φροντίδαν να πείσουν τους πτωχούς, ότι ή ζωή των πλουσίων είναι δυστυχής, και ότι δέν εμπορεί μήτε πρέπει να είναι επιθυμητή, και ότι ο φιλόδοξος είναι άδικος και άξιος τής καταφρονήσεως των σοφών.
Φίλοι, η ηθική αυτή είναι καλή διά τον κοινόν λαόν, και όχι δ’ ημάς. Ας σπεύσωμεν να πλουτίσωμεν.
Είναι αληθές, ότι πρέπει να κουρεύσωμεν βαθέως τα μαλλία των προβάτων μας. Αλλά ποίον κίνδυνον κινδυνεύομεν; Δέν είμεθα σκεπασμένοι με το επανωφόριον τού ηγεμόνος; Δέν είναι η κεφαλή μου μόνη, η οποία αποκρίνεται διά την διοίκησίν του; και τέλος πάντων τα χρήματα δέν σώζουν από πάντα κίνδυνον; είναι υπόληψις, ήτις εμπορεί να αμαυρωθεί, όταν έχει υπερασπιστήν το χρυσίον; Ας το πιστεύσωμεν.
Πρέπει μάλλον να έχωμεν χρήματα, παρά συνείδησιν».
Ομιλία φαναριώτη ηγεμόνα
(Αναφέρεται στο βιβλίο τού Μάρκου Φ. Ζαλλώνη: «Σύγγραμμα περί των Φαναριωτών», Παρίσι, 1831, σελ. 55-56. Ο συγγραφέας υποστηρίζει, ότι ήταν παρών στη συγκεκριμένη ομιλία).
  
Οι φαναριώτες θα πάρουν την ονομασία τους από τη συνοικία τής Κωνσταντινούπολης Φανάρι, όπου εγκαταστάθηκε το πατριαρχείο το 1601. Γύρω από το πατριαρχείο θα συγκεντρωθεί ο κόσμος τού πλούτου, τού εμπορίου και των γραμμάτων.

Οι οθωμανοί θα ζητήσουν τη βοήθεια των μορφωμένων και εύπορων χριστιανών, γιά να στελεχώσουν το διοικητικό μηχανισμό τού κράτους τους.

Διαστρεβλωμένη διδάσκεται στα σχολεία η εικόνα γιά τους φαναριώτες. Αναφέρονται ως μία από τις «δυνάμεις», που επέτρεψαν στον «ελληνισμό» να επιβιώσει. Περιγράφονται ως «λαϊκοί αξιωματούχοι» από «παληές αρχοντικές οικογένειες», που με τον καιρό αποτέλεσαν «ιδιαίτερη τάξη» και «διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πορεία τού υπόδουλου γένους».

Η αφήγηση δέν αποσαφηνίζει βέβαια, το εξής απλό γεγονός: Ότι οι φαναριώτες ήταν υπάλληλοι τού σουλτάνου. Το ίδιο συμβαίνει και με τους φαναριώτες ηγεμόνες, που διορίζονταν στις παραδουνάβιες χώρες. Δέν προσδιορίζεται από ποιόν διορίζονταν, πράγμα, που παράγει παραφθαρτικά νοήματα.
 
Στην παραπάνω εικόνα φαίνεται ο Μιχαήλ Σούτσος ή Βόδας (1784-1864) με καθαρά οθωμανική αμφίεση. Ήταν γόνος αρχοντικής φαναριώτικης οικογένειας, τής οποίας πολλά μέλη διακρίθηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία. Αρχικά, διετέλεσε γραμματέας τού ηγεμόνα τής Μολδαβίας και στη συνέχεια διορίστηκε μέγας διερμηνέας τής Υψηλής Πύλης.Το 1819 τοποθετήθηκε από τον σουλτάνο ηγεμόνας τής Μολδαβίας, θέση, στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1821.
 

Οι φαναριώτες θα ξεκινήσουν σαν διερμηνείς (δραγουμάνοι) τής Υψηλής Πύλης και θα φτάσουν να γίνουν ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία το 1731, αποκτώντας έτσι τεράστια πολιτική δύναμή μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία.

«Οι φαναριώτες ανήκαν στην προνομιούχα τάξη τής οθωμανικής κοινωνίας. Από τα μέσα τού ιζ’ αιώνα στελέχωναν την τουρκική διοίκηση. Άλλοι φαναριώτες -αλλά και παράγοντες τής Αυλής- λιμασμένοι γιά εξουσία και πλούτη μηχανορραφούσαν, έστηναν ενέδρες, συκοφαντούσαν, δωροδοκούσαν γιά να τους παραμερίσουν, να ντυθούν τα ματωμένα “καβάδια” και να φορέσουν την ηγεμονική “κούκα”. Επειδή ήταν άδηλη η διάρκεια τής σουλτανικής εύνοιας, πάσχιζαν με την αρπαγή, την καταπίεση και τους εκβιασμούς να θησαυρίσουν σε ένα ή δυό χρόνια». (Κ. Σιμόπουλου: «Βασανιστήρια και εξουσία», σελ. 426).

Οι υποψήφιοι ηγεμόνες τής Βλαχίας και Μολδαβίας κατέβαλλαν αστρονομικά ποσά στους αξιωματούχους τής Πύλης. Όπως αναφέρει ένας γάλλος αξιωματούχος, που υπηρετούσε στην αυλή τού σουλτάνου: «Είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς τις ραδιουργίες, που μηχανεύονταν γιά να διοριστούν ηγεμόνες τής Βλαχίας και Μολδαβίας, μ’ όλο, που ελάχιστοι απ' αυτούς πεθαίνουν από φυσικό θανατο. Μόλις κάποιος υποψήφιος προσφέρει μεγαλύτερο ποσό, ανεβαίνει στο θρόνο και ο προκάτοχός του εξορίζεται στα Πριγκιποννήσια». (Κ. Σιμόπουλου: «Η διαφθορά τής εξουσίας», σελ. 91).

  
 
Νικόλαος Μαυρογένης
(18ος αιώνας).
Πλούσιος άρχοντας τής
Πάρου, 
στενός φίλος
τού Χασάν πασά.

Χάρη στη φιλία του αυτή 
διορίστηκε Δραγουμάνος 
τού οθωμανικού στόλου. 
Διατέλεσε και ηγεμόνας 
τής Μολδοβλαχίας.
 
Λόγω τού ότι ήθελαν όλο και περισσότερα
πλούτη γιά να λαδώνουν και να διατη-
ρούν την εξουσία τους, καταλήστευαν
τους υπηκόους τους. Ο φαναριώτης ηγε-
μόνας τσέπωνε, εκτός από το χαράτσι,
και το 1/10 από το εισόδημα των προ-
βάτων και των μελισσών, όλες τις
εισπράξεις από το αλάτι και από τα τελω-
νεία και επίσης κληρονομούσε τους αρχι-
μανδρίτες, που άφηναν τεράστιες
περιουσίες.

Επειδή οι φαναριώτες μάζευαν αμέτρητα
πλούτη, γιά να μή φαίνονται στον κόσμο
έκαναν αγορές με άλλα ονόματα ή έκαναν
καταθέσεις σε διάφορες τράπεζες στην
Ευρώπη. (Βλ. Ζαλλώνη: «Σύγγραμμα περί
φαναριωτών», σελ. 46, 50-52). 


Η κοινωνική και πολιτική τους θέση θα
τους δώσει το δικαίωμα να διαχειρίζονται
τα εκκλησιαστικά ζητήματα, όχι μόνο τού
πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, αλλά
και των άλλων πατριαρχείων. Πολλοί φα-
ναριώτες διορίζονταν πρεσβευτές και συμ-
μετείχαν στη διπλωματική αντιπροσωπία
τής οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με την οικονομική και πολιτική δύναμη, που απέκτησαν με τα χρόνια, έγιναν τυφλά όργανα τής οθωμανικής εξουσίας και ο κυριαρχικός τους ρολος, τους κατέστησε πανίσχυρους.

Ο απλός λαός στενάζει κάτω από την τυραννία τους, τους απεχθάνεται και τους μισεί: «Ως σκώληξ εισδύων εις σώμα ζων και βιβρώσκων αυτό έως ου καταστρέψει τελείως το κύρια αυτού όργανα, ούτω και οι φαναριώται διά τής δεσποτικής αυτής πιέσεως και των εκ τούτων επιβληθέντων νόμων, διά της εισαγωγής διεφθαρμένων καλογήρων και επί τέλους διά της ίδιας αυτών διαφθοράς διέφθειραν και εξευτέλισαν τον λαον τούτον». (Γ. Σκαρίμπα: «Το ’21 και η αλήθεια»).

Σαν ηγεμόνες τής Μολδοβλαχίας θα ξεκληρίσουν την αγροτιά τής Ρουμανίας και θα γίνουν μισητοί. Ο ρουμάνος ιστορικός Σινόπουλος παρομοιάζει τους φαναριώτες με «συμμορία ληστών», και τους αποκαλεί «τέρατα τού Άδου, διαβόλου δέμας αμφιεσμένους».

Προεπαναστατικά, σε συνεργασία με τον ανώτερο κλήρο θα χτυπήσουν κάθε δημοκρατική ιδέα και ανατρεπτική άποψη και θα συκοφαντήσουν οποιονδήποτε θελήσει να απειλήσει την εξουσία τους.

Όντες δυνάστες των καταπιεσμένων τής Βαλκανικής, θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο ν' αποτρέψουν μιά επαναστατική έκρηξη στον «ελλαδικό χώρο», γιατί οι ίδιοι, προσδοκώντας το μεγαλύτερο δυνατό μερτικό στη διαχείριση τής εξουσίας, επιζητούν τη μεταλλαγή τής οθωμανικής αυτοκρατορίας σε χριστιανική.


«Μηχανορραφούν αδιάκοπα γιά να εκδιώξουν και αντικαταστήσουν εκείνους, που κατέχουν επίζηλες θέσεις. Ο γιος οργανώνει συνωμοσία για να ανατρέψει τον πατέρα, ο αδελφός υπονομεύει τον αδελφό. Είναι αλαζονικοί, υπερόπτες και γελοία φιλόδοξοι, αν αναλογισθεί κανείς με πόση περιφρόνηση τους μεταχειρίζονται οι τούρκοι. Έχουν όλα τα ελαττώματα των ανθρώπων τού σεραγιού. Την ίδια δουλικότητα, την ίδια αχαριστία, το ίδιο πνεύμα σκληρότητας και ραδιουργίας».

Eton, άγγλος πρόξενος στην Τουρκία.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (εικόνα), ο επιλεγόμενος
«ο εξ απορρήτων», ήταν φαναριώτης, Μέγας Διερμηνέας τής Πύλης
και διπλωμάτης του 17ου αιώνα. 
Τρισέγγονός του ήταν ο γνωστός πολιτικός τού ’21,
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.  
Στον παραπάνω πίνακα εικονίζεται με τον ειδικό σκούφο,
που τού απένειμε για τις υπηρεσίες του ο σουλτάνος Μεχμέτ IV.
 

Αργότερα, μετά τη συγκρότηση τού κράτους, στα χρόνια τού Όθωνα, θα προπαγανδίσουν (αρχής γενομένης απ' τον αρχηγό τού «γαλλικού κόμματος» Κωλέττη) την «ιδέα τής ανασύστασης τής νέας βυζαντινής αυτοκρατορίας», όταν καταλάβουν, ότι η καρέκλα τής εξουσίας, που μοιράζονταν με τις υπόλοιπες ηγετικές ομαδες θ' αρχίσει να τρίζει κάτω από τα πόδια τους. «Επειδή η κατά τής εξουσίας δυσαρέσκεια, αναφλεγόμενη αναφανδόν και υπό ξένων ήτο γενική», περιγράφει στα απομνημονεύματά του ο Δραγούμης, «η δε κυβέρνησις εφοβείτο μή αναφυώσι γενικότεραι ταραχαί, υπεκινήθει ηΜεγάλη Ιδέα, όπως ηλεκτρισθεἰ ο λαός και αντιπερισπώμενος μεταστρέψει την προσοχή από τού εσωτερικού εις το εξωτερικόν μεγαλείον τής πατρίδος».

Η «Μεγάλη Ιδέα», που θα επιβληθεί βασικά από τους φαναριώτες και μιά μερίδα τού ανώτερου κλήρου, θα προσπαθήσει να καλύψει, πίσω από ιδεολογήματα, την καταπίεση, την καταστολή και την εξαθλίωση, που βίωναν στο πετσί τους οι καταπιεσμένοι.

Υπαρκτή από χρόνια μέσα στις επιδιώξεις μιάς μερίδας των εξουσιαστικών ηγετικών ομάδων, η «Μεγάλη Ιδέα» θα ξεθαφτεί και θα χρησιμοποιηθεί στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο (με δεδομένες τις δυσκολίες, που αντιμετώπιζαν στη συγκρότηση κράτους) γιά να εξυπηρετήσει απόλυτα τα κυριαρχικά και αντιανθρώπινα συμφέροντά τους.

Τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των φαναριωτών, όπως και οι ρωγμές στα θεμέλια τής οθωμανικής αυτοκρατορίας, τής οποίας υπήρξαν πιστοί υπηρέτες, θα προσπαθήσουν να κρυφτούν πίσω από το μανδύα τού σταυρού, της πατρίδας και τού μαρμαρωμένου βασιλιά.

Μιά κατασκευασμένη συνείδηση, που δυστυχώς, μας ακολουθεί μέχρι και σήμερα.


πηγη: ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΕΥΝΑ
Διαδικτυακό περιοδικό
www.freeinquiry.gr

Σχόλια