To Χρονικό της Βεργίνας...

To Χρονικό της Βεργίνας Του Μανόλη Ανδρόνικου Δημοσιεύθηκε στο Βήμα, 18 Ιουλίου 1991 (δύο μήνες πριν την ανακύρηξη της ανεξαρτησίας των Σκοπίων από την Γιουγκοσλαβία) Άλλοτε λόγοι αντικει­μενικοί και άλλοτε υποκειμενικοί προκαλούν ή δικαιολογούν κάποιους απολογισμούς, μιαν αναδρομή σ’ ένα έργο πολλών χρόνων, έστω κι αν αυτό δεν έχει φτάσει στο τέλος του. Ο αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί το σημερινό κείμενο είναι το γεγονός ότι στη Βεργίνα έχει αρχίσει και προχωρεί με γρήγορο ρυθμό το έργο της στέγασης των βασιλικών τάφων. Με το έργο αυτό θα προστατευθούν επιτέλους τα μο­ναδικά αυτά μνημεία, προπάντων οι θαυμαστές τοιχογραφίες που μας αποκάλυψαν την άγνωστη ουσιαστικά ζωγραφική της αρ­χαίας Ελλάδας. Μια δεύτερη συ­νέπεια του έργου, που ενδιαφέρει ίσως περισσότερο όλον τον κόσμο, θα είναι η δυνατότητα να γίνουν τα μνημεία επισκέψιμα, ώστε να σταματήσουν πια οι διαμαρτυρίες των χιλιάδων επισκεπτών που ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν μονάχα τις λαμαρίνες που στέγα­ζαν για πολλά χρόνια τους βασιλι­κούς Τάφους. Οι υποκειμενικοί λόγοι που με οδήγησαν σ’ αυτή την απολογιστι­κή αναδρομή δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη και δεν είναι ανάγκη να σταθώ σ’ αυτούς. Η ανασκαφική έρευνα της Βερ­γίνας άρχισε πριν από 130 χρόνια, στα 1861, από τον γάλλο αρχαιο­λόγο Leon Heuzey. Στη μνημειώδη δημοσίευση των ερευνών του στη Μακεδονία που είχε τον τίτλο “Mission Archeologique de Macedoine“, Paris 1976, ο Heuzey κάνει την προφητική διατύπωση: «”Αραγε θα μας διαδεχτούν άλλοι ερευνητές στον ίδιον αρχαιολογι­κό χώρο , για να τελειώσουν το έργο μας, θα θελήσουν να κατα­πιαστούν με την αποκάλυψη των αφανών ερειπίων και των καταχωμένων μέσα στο έδαφος θεμε­λιώσεων; Πολύ το ευχόμαστε, χωρίς όμως να μπορούμε και να είμαστε βέβαιοι γι’αυτό. Κι όμως, αν απομένει ακόμα κάποια ελπίδα να εισδύσουμε στο μυστήριο που απλώνεται βαρύ επάνω στην ιστο­ρία, στους θεσμούς και στην τοπογραφία ακόμα της Μακεδο­νίας, αν υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα να αποσπάσουμε από την πυκνή λησμονιά τα αρχαία μνη­μεία ενός λαού που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον κόσμο, έχουμε την πεποίθηση πως η λύση γι’ αυτές τις δυσκολίες κρύβεται κάτω από τους λόφους της Παλατίτσας (εί­ναι το γειτονικό προς τη Βεργίνα χωριό που υπήρχε τότε οτη Βεργίνα υπήρχαν μόνο δυο μικροί οικισμοί από λίγα σπίτια, οι Κούτλες και οι Μπάρμπες). “Οποιο κι αν είναι το όνομα της άγνωστης αυτής πόλης, η σπου­δαιότητα των ερειπίων της την κάνει κάτι σαν την Πομπηία για τη Μακεδονία, θα απομείνει σε μας καποια τιμή, γιατί ήμασταν οι πρώτοι που τραβήξαμε με επιμονή σ’αυτό το οημείο τηνπροσοχήτων περιηγητών και των επιστημόνων. Κράνος που ανακαλύφθηκε στον Τάφο ΙΙ Η ευχή του Γάλλου Αρχαιολόγου πραγματοποιήθηκε ύστερα απο πολλά χρόνια, Όταν πια η Μακεδονία επελευθερώθηκε από την Τουρκική κατοχή αιώνων και η πρωτεύουσα της Θεσσαλονίκημ απόκτησε το Πανεπιστήμιο της. Τότε, ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους δασκάλους της φιλοσοφικής βρέθηκε και ο Κ. Α, Ρωμαίος, από τους κορυφαίους της Ελληνικής αρχαιολογικής επι­στήμης. Η ερευνητική του ευαισθησία τον οδήγησε αμέσως στους «λόφους της Παλατίτσας», για να συνεχίσει την ανασκαφή του λα­μπρού ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει ο L Heuzey. Τώρα όμως δίπλα στα αρχαία ερείπια ειχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο χωριό, η Βεργίνα. Η ανασκαφή άρχισε το 1938 και συνεχίστηκε ως το 1940, ως τη μέρα που ξέσπασε ο πόλεμος. Ο Ρωμαίος προχώρησε την ανασκαφήτου ανακτόρου και αποκάλυψε και τον δεύτερο μακεδόνικο τάφο της περιοχής (τον πρώτο τον είχε ανάσκαψα ο L· Heuzey). Ο συντάκτης αυτού του κειμένου ήταν τα χρόνια εκείνα φοιτητής και είχε τη μεγάλη τύχη να παρακολουθήσει τις ανασκαφές του δασκάλου του σε όλες τις περιόδους, από το 1938 ως το 1940. Γνώρισε τον τόπο, τον αγάπησε και δέθηκε μ’ αυτόν για όλη του τη ζωή. θα μπορούσε να πει κανείς πως κάποια μοίρα του όρισε να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην έρευνα του τόπου αυτού. Γιατί, όταν ύστερα από τον πόλε­μο διορίστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία, τοποθετήθηκε στη Βέ­ροια , είχε δηλαδή στην ευθύνη του και τη Βεργίνα. Έτσι άρχισε – και ακόμα δεν τελείωσε – μια πολύ­χρονη ανασκαφική έρευνα από το 1952. Στα σαράντα χρόνια της ερευνητικής αυτής προσπάθειας τα αποτελέσματα υπήρξαν εξαιρετικά γόνιμα με κορύφωση βέβαια την αποκάλυψη των βασιλικών τάφων στα 1977. Τη μακρότατη αυτή περίοδο θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, από το 1952 ως το 1961, ανασκάφηκε το σημαντικό προϊστορικό νεκροταφείο των τύμβων, το μεγαλύτερο που έχει ανασκαφεί ως τώρα στη Μακεδο­νία. Τα ευρήματα του χρονολογούνται από τον 10ο ως τον 7ο π.Χ. αιώνα και είναι εξαιρετικά σημα­ντικά για τη γνώση της πρώιμης αυτής περιόδου. Άφθονα αγγεία και ακόμη περισσότερα χάλκινα χοσιιήματα και σιδερένια άπλα μαρτυρούν πως στηνπερισχή αυτή υπήρχε οικισμός με υψηλό βιοτικό επίπεδο και βέβαια οικονομική ακμή. Στη δεύτερη φάση, σε συνεργασία με τον συνάδελφο Γ. Μπακαλάκη συνεχίσαμε και ολο­κληρώσαμε την ανασκαφή του ανακτόρου. Στη φάση αυτή(1961-1974) η ανασκαφή ανήκε στο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης και έτσι την παρακολούθησαν πολλοί φοιτητές του αρχαιολογικού τμή­ματος. Όλοι σχεδόν οι αρχαιολό­γοι που υπηρετούν σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα έχουν θητεύσει στην ανασκαφή της Βεργίνας. Η τρίτη φάση αρχίζει τυπικά το 1976, όμως ουσιαστικά θα πρέπει να τη συνδέσουμε με τις ανασκα­φικές προσπάθειες του 1952 και προπάντων του 1962 και 1963. Ενας από τους στόχους που είχε Θέσει ο συντάκτης αυτού του κειμένου από την αρχή της ερευνητικήςτου προσπάθειας στη Βεργί­να ήταν η έρευνα της Μεγάλης Τούμπας, του τεράστιου τύμβου που υψωνόταν στα ΒΔ όρια του χωριού. Μία πρώτη δοκιμή το 1952 τον έπεισε ότι ο τύμβος ήταν αναμφισβήτητα τεχνητός και χρονολογείται στους πρώιμους ελλη­νιστικούς χρόνους. Οι εργασίες του 1962 και 1963 επιβεβαίωσαν αυτή την Εκτίμηση και τον έπεισαν για κάτι ακόμη. Πως ο μακεδόνι­κος τάφος που πρέπει να υπήρχε μέσαα στον τύμβο δεν μπορούσε να βρίσκεται μέσα στην επίχωση του τύμβου, αλλά κάτω από το φυσικό εδαφος, πράγμα που σήμαινε πως η αποκάλυψη του απαιτούσε πολύ περισσότερη εργασία και θα γινό­ταν με μεγαλύτερη δυσχέρεια. Η ουσιαστική όμως εργασία στη Μεγάλη Τούμπα άρχισε το 1976, όταν πια είχαν τέλειωσα οι ανασκαφικές εργασίες στο ανάκτορο. Η χρονιά εκείνη στάθηκε καίρια για όλη την έρευνα της Βεργίνας. Δεν βρέθηκε βέβαια ο μακεδόνι­κος τάφος που αναζητούσε ο ανασκαφέας, όμως αποκαλύφθη­καν πολυάριθμα κομμάτια από σπασμένες επιτύμβιες στήλες που οδήγησαν σε μια χρίσημη υπόθεση, που αποδείχτηκε όχι μόνο σωστή, αλλά εξαιρετικά γόνιμη. Η υπόθεση ήταν πως η Μεγάλη Τούμπα κάλυπτε βασιλικούς τάφους, γε­γονός που σήμαινε πως η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με την πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδό­νων, τις Αιγές, όπως είχε προτείνει πριν από λίγα χρόνια ο Ν. Hammond, χωρίς όμως να γίνει γενικά αποδεκτή η άποψη του. Mε τον ενθουσιασμό και τις προσδοκίες πou δημιουργούσε η υπόθεση αυτή άρχισε η ανασκαφή του 1977, η οποία κατέληξε στην αποκάλυψη των δυο πρώτων βασιλικών τάφων, από τους οποίους ο μεγαλύτερος ήταν ασύλητος και, όπως διαπιστώθηκε, ανήκε στον Φίλιππο Β’. Η απόδοση αυτή και τα εκπληκτικά ευρήματα που περιείχε έκανε πολλούς να χαρα­κτηρίσουν το εύρημα ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα και προκάλεσε το παγκόσμιο εν­διαφέρον. Από τη στιγμή εκείνη η ανασκαφή της Βεργίνας έπαιρνε άλλες διαστάσεις. 0 τότε πρωθυ­πουργός Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε αμέσως τον χώρο της ανασκαφής και χορήγησε στον ανασκαφέα τα οικονομικά μέσα για την άνετη συνέχιση της έρευνας, αφού οι προσδοκίες για νέα σημαντικά ευρήματα ήταν πια μεγάλες. Η ύπαρξη των βασιλικών τάφων επιβεβαίωνε με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο πως πραγματικά η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με τις Αιγές, την πανάρχαια και σεβάσμια κοιτίδα τωνΜακεδόνων. Η ανασκαφή της Βεργίνας απόκτησε από τη στιγμή εκείνη εξαιρετικό ενδιαφέρον,αλλά και τα παλαιά ευρήματα φωτί­στηκαν με νέο φως και προσφεραν πολύτιμες πληροφορίες. Την επόμενη χρονιά, 1978, ένας ακόμη ασύλητος Βασιλικός τάφο, δίπλα στον Τάφο τον Φιλίππου, πρόσθεσε νέα μοναδικά ευρήμα­τα. Αλλά με το τέλοςτης ανασκα­φής στη Μεγάλη Τούμπα οιστόχοι μας μετατοπίσθηκαν σε άλλα ση­μεία τηςπεριοχής με αποτελέσμα­τα που ξεπερνούσαν τις πιο τολμηρές προβλέψεις μας. Τρεις ακόμη μακεδόνικοι τάφοι, με θαυμάσια τοιχογραφία στον έναν απ’ αυ­τούς, ήταν τα πρώτα μνημεία ποιι αποκαλύψαμε ύστερα από το 1981. Και αμέσως μετά ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα με ιδιαίτερη ιστορική σημασία: τοθέατρο όποιυ δολοφονήθηκε ο Φίλιππος και όπου ανακηρύχθηκε ο Αλέξαν­δρος βασιλιάς των Μακεδόνων για να οδηγήσει τον ελληνισμό στα πέρατα της Ανατολής. Στη συνέ­χεια βρέθηκε ο πρώτος μικρός ναός και έξω απ’ αυτόν βάσεις αναθηματικών αγαλμάτων, σε μιαν από τις οποίες υπήρχε η επιγραφή με το όνομα της Ευρυδίκης, της μητέρας τον Φιλίππου. Είχαμε λοιπόν βασιλικά αναθή­ματα. Η έρευνα στην χεριοχή αποκάλυψε και δεύτερο ναό και έξω απ’ αυτόν μιαν ακόμη βάση με το άνομα της Ευρυδίκης, αυτή τη φορά δίπλα στη βάση υπήρχε το θαυμάσιο άγαλμα που είχε αναθέ­σει η βασίλισσα στην Εύκλεια. Ισως όμως τα πιο σημαντικά ευρήματα να ήταν αυτά που αποκαλύφθηκαν δίπλα στον τάφο του Ρωμαίου. Εφτά αρχαίοι και κλασικοί τάφοι με μοναδικά κτε­ρίσματα και δίπλα απ’ αυτούς ένας ακόμη βασιλικός τάφος. Είναι με ασφάλεια χρονολογημενος περί το 340 πΧ, δηλαδή είναι ο αρχαιό­τερος και μεγαλύτερος μακεδόνι­κος τάφος που γνωρίζουμε ως τώρα. Η εσωτερική του διαμόρ­φωση και η αρχιτεκτονική του λύση είναι εντελώς μοναδικές και προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία στη γνώση των μακίδονικών τά­φων, Αλλά το εκπληκτικότερο και εντυπωσιακότερο στοιχείο αποτε­λεί ο μνημειακός μαρμάρινος θρό­νος που σώζεται στον κυρίως θάλαμο. Η διακόσμηση του με τη θαυμάσια ζωγραφική του ερεισίνωτου δεν έχουν το ταίρι τους σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Πι­στεύω πως ο τάφος αυτός ανήκε στη μητέρα του Φιλίππου, την Ευρυδίκη. Και τέλος, μόλις άρχι­σε η αποκάλυψη ενός ιερού της Κυβέλης των ελληνιστικών χρό­νων. Η συνοπτική αυτή έκθεση για τις ανασκαφικές έρευνες στη Βεργίνα έδειξε νομίζω, πως οι Αρχαίες Αιγές αποτελούν πραγματικά, όπως προφήτεψε ο L. Heuzey, την Πομπηία της Αρχαίας Μακεδονίας και η αρχαιολογική τους έρευνα θα μας αποδώσει πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία και τον πολιτισμό των Μακεδόνων, αυτόν που άπλωσαν ως την Βακτριανή και ακόμα παραπέρα. To Bήμα, 18 Ιουλίου 1991 Πηγή http://history-of-macedonia.com/2010/02/07/makedonia-vergina-chroniko-manolis-andronikos/ Άλλη πηγή – http://www.e-istoria.com/15/by_2012%20%283%29.html Δείτε και το σχετικό βίντεο από την ανακάλυψη του τάφου το 1977. Το βίντεο είναι από τη σελίδα Ελληνοϊστορείν.


Του Μανόλη Ανδρόνικου




Δημοσιεύθηκε στο Βήμα, 18 Ιουλίου 1991 (δύο μήνες πριν την ανακύρηξη της ανεξαρτησίας των Σκοπίων από την Γιουγκοσλαβία)

Άλλοτε λόγοι αντικει­μενικοί και άλλοτε υποκειμενικοί προκαλούν ή δικαιολογούν κάποιους απολογισμούς, μιαν αναδρομή σ’ ένα έργο πολλών χρόνων, έστω κι αν αυτό δεν έχει φτάσει στο τέλος του. Ο αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί το σημερινό κείμενο είναι το γεγονός ότι στη Βεργίνα έχει αρχίσει και προχωρεί με γρήγορο ρυθμό το έργο της στέγασης των βασιλικών τάφων.

Με το έργο αυτό θα προστατευθούν επιτέλους τα μο­ναδικά αυτά μνημεία, προπάντων οι θαυμαστές τοιχογραφίες που μας αποκάλυψαν την άγνωστη ουσιαστικά ζωγραφική της αρ­χαίας Ελλάδας. Μια δεύτερη συ­νέπεια του έργου, που ενδιαφέρει ίσως περισσότερο όλον τον κόσμο, θα είναι η δυνατότητα να γίνουν τα μνημεία επισκέψιμα, ώστε να σταματήσουν πια οι διαμαρτυρίες των χιλιάδων επισκεπτών που ήταν υποχρεωμένοι να βλέπουν μονάχα τις λαμαρίνες που στέγα­ζαν για πολλά χρόνια τους βασιλι­κούς Τάφους.

Οι υποκειμενικοί λόγοι που με οδήγησαν σ’ αυτή την απολογιστι­κή αναδρομή δεν ενδιαφέρουν τον αναγνώστη και δεν είναι ανάγκη να σταθώ σ’ αυτούς. Η ανασκαφική έρευνα της Βερ­γίνας άρχισε πριν από 130 χρόνια, στα 1861, από τον γάλλο αρχαιο­λόγο Leon Heuzey. Στη μνημειώδη δημοσίευση των ερευνών του στη Μακεδονία που είχε τον τίτλο “Mission Archeologique de Macedoine“, Paris 1976, ο Heuzey κάνει την προφητική διατύπωση:

«”Αραγε θα μας διαδεχτούν άλλοι ερευνητές στον ίδιον αρχαιολογι­κό χώρο , για να τελειώσουν το έργο μας, θα θελήσουν να κατα­πιαστούν με την αποκάλυψη των αφανών ερειπίων και των καταχωμένων μέσα στο έδαφος θεμε­λιώσεων; Πολύ το ευχόμαστε, χωρίς όμως να μπορούμε και να είμαστε βέβαιοι γι’αυτό. Κι όμως, αν απομένει ακόμα κάποια ελπίδα να εισδύσουμε στο μυστήριο που απλώνεται βαρύ επάνω στην ιστο­ρία, στους θεσμούς και στην τοπογραφία ακόμα της Μακεδο­νίας, αν υπάρχει ακόμη κάποια ελπίδα να αποσπάσουμε από την πυκνή λησμονιά τα αρχαία μνη­μεία ενός λαού που έπαιξε σημαντικό ρόλο στον κόσμο, έχουμε την πεποίθηση πως η λύση γι’ αυτές τις δυσκολίες κρύβεται κάτω από τους λόφους της Παλατίτσας (εί­ναι το γειτονικό προς τη Βεργίνα χωριό που υπήρχε τότε οτη Βεργίνα υπήρχαν μόνο δυο μικροί οικισμοί από λίγα σπίτια, οι Κούτλες και οι Μπάρμπες). “Οποιο κι αν είναι το όνομα της άγνωστης αυτής πόλης, η σπου­δαιότητα των ερειπίων της την κάνει κάτι σαν την Πομπηία για τη Μακεδονία, θα απομείνει σε μας καποια τιμή, γιατί ήμασταν οι πρώτοι που τραβήξαμε με επιμονή σ’αυτό το οημείο τηνπροσοχήτων περιηγητών και των επιστημόνων.



Κράνος που ανακαλύφθηκε στον Τάφο ΙΙ

Η ευχή του Γάλλου Αρχαιολόγου πραγματοποιήθηκε ύστερα απο πολλά χρόνια, Όταν πια η Μακεδονία επελευθερώθηκε από την Τουρκική κατοχή αιώνων και η πρωτεύουσα της Θεσσαλονίκημ απόκτησε το Πανεπιστήμιο της. Τότε, ανάμεσα στους πρώτους μεγάλους δασκάλους της φιλοσοφικής βρέθηκε και ο Κ. Α, Ρωμαίος, από τους κορυφαίους της Ελληνικής αρχαιολογικής επι­στήμης. Η ερευνητική του ευαισθησία τον οδήγησε αμέσως στους «λόφους της Παλατίτσας», για να συνεχίσει την ανασκαφή του λα­μπρού ελληνιστικού ανακτόρου που είχε αρχίσει ο L Heuzey. Τώρα όμως δίπλα στα αρχαία ερείπια ειχε δημιουργηθεί ένα καινούργιο χωριό, η Βεργίνα. Η ανασκαφή άρχισε το 1938 και συνεχίστηκε ως το 1940, ως τη μέρα που ξέσπασε ο πόλεμος. Ο Ρωμαίος προχώρησε την ανασκαφήτου ανακτόρου και αποκάλυψε και τον δεύτερο μακεδόνικο τάφο της περιοχής (τον πρώτο τον είχε ανάσκαψα ο L· Heuzey).

Ο συντάκτης αυτού του κειμένου ήταν τα χρόνια εκείνα φοιτητής και είχε τη μεγάλη τύχη να παρακολουθήσει τις ανασκαφές του δασκάλου του σε όλες τις περιόδους, από το 1938 ως το 1940. Γνώρισε τον τόπο, τον αγάπησε και δέθηκε μ’ αυτόν για όλη του τη ζωή. θα μπορούσε να πει κανείς πως κάποια μοίρα του όρισε να αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στην έρευνα του τόπου αυτού. Γιατί, όταν ύστερα από τον πόλε­μο διορίστηκε στην αρχαιολογική υπηρεσία, τοποθετήθηκε στη Βέ­ροια , είχε δηλαδή στην ευθύνη του και τη Βεργίνα. Έτσι άρχισε – και ακόμα δεν τελείωσε – μια πολύ­χρονη ανασκαφική έρευνα από το 1952.

Στα σαράντα χρόνια της ερευνητικής αυτής προσπάθειας τα αποτελέσματα υπήρξαν εξαιρετικά γόνιμα με κορύφωση βέβαια την αποκάλυψη των βασιλικών τάφων στα 1977. Τη μακρότατη αυτή περίοδο θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε τρεις φάσεις. Στην πρώτη, από το 1952 ως το 1961, ανασκάφηκε το σημαντικό προϊστορικό νεκροταφείο των τύμβων, το μεγαλύτερο που έχει ανασκαφεί ως τώρα στη Μακεδο­νία. Τα ευρήματα του χρονολογούνται από τον 10ο ως τον 7ο π.Χ. αιώνα και είναι εξαιρετικά σημα­ντικά για τη γνώση της πρώιμης αυτής περιόδου.

Άφθονα αγγεία και ακόμη περισσότερα χάλκινα χοσιιήματα και σιδερένια άπλα μαρτυρούν πως στηνπερισχή αυτή υπήρχε οικισμός με υψηλό βιοτικό επίπεδο και βέβαια οικονομική ακμή. Στη δεύτερη φάση, σε συνεργασία με τον συνάδελφο Γ. Μπακαλάκη συνεχίσαμε και ολο­κληρώσαμε την ανασκαφή του ανακτόρου. Στη φάση αυτή(1961-1974) η ανασκαφή ανήκε στο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης και έτσι την παρακολούθησαν πολλοί φοιτητές του αρχαιολογικού τμή­ματος. Όλοι σχεδόν οι αρχαιολό­γοι που υπηρετούν σήμερα στη Βόρεια Ελλάδα έχουν θητεύσει στην ανασκαφή της Βεργίνας. Η τρίτη φάση αρχίζει τυπικά το 1976, όμως ουσιαστικά θα πρέπει να τη συνδέσουμε με τις ανασκα­φικές προσπάθειες του 1952 και προπάντων του 1962 και 1963.



Ενας από τους στόχους που είχε Θέσει ο συντάκτης αυτού του κειμένου από την αρχή της ερευνητικήςτου προσπάθειας στη Βεργί­να ήταν η έρευνα της Μεγάλης Τούμπας, του τεράστιου τύμβου που υψωνόταν στα ΒΔ όρια του χωριού. Μία πρώτη δοκιμή το 1952 τον έπεισε ότι ο τύμβος ήταν αναμφισβήτητα τεχνητός και χρονολογείται στους πρώιμους ελλη­νιστικούς χρόνους. Οι εργασίες του 1962 και 1963 επιβεβαίωσαν αυτή την Εκτίμηση και τον έπεισαν για κάτι ακόμη. Πως ο μακεδόνι­κος τάφος που πρέπει να υπήρχε μέσαα στον τύμβο δεν μπορούσε να βρίσκεται μέσα στην επίχωση του τύμβου, αλλά κάτω από το φυσικό εδαφος, πράγμα που σήμαινε πως η αποκάλυψη του απαιτούσε πολύ περισσότερη εργασία και θα γινό­ταν με μεγαλύτερη δυσχέρεια. Η ουσιαστική όμως εργασία στη Μεγάλη Τούμπα άρχισε το 1976, όταν πια είχαν τέλειωσα οι ανασκαφικές εργασίες στο ανάκτορο.

Η χρονιά εκείνη στάθηκε καίρια για όλη την έρευνα της Βεργίνας. Δεν βρέθηκε βέβαια ο μακεδόνι­κος τάφος που αναζητούσε ο ανασκαφέας, όμως αποκαλύφθη­καν πολυάριθμα κομμάτια από σπασμένες επιτύμβιες στήλες που οδήγησαν σε μια χρίσημη υπόθεση, που αποδείχτηκε όχι μόνο σωστή, αλλά εξαιρετικά γόνιμη. Η υπόθεση ήταν πως η Μεγάλη Τούμπα κάλυπτε βασιλικούς τάφους, γε­γονός που σήμαινε πως η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με την πρώτη πρωτεύουσα των Μακεδό­νων, τις Αιγές, όπως είχε προτείνει πριν από λίγα χρόνια ο Ν. Hammond, χωρίς όμως να γίνει γενικά αποδεκτή η άποψη του.

Mε τον ενθουσιασμό και τις προσδοκίες πou δημιουργούσε η υπόθεση αυτή άρχισε η ανασκαφή του 1977, η οποία κατέληξε στην αποκάλυψη των δυο πρώτων βασιλικών τάφων, από τους οποίους ο μεγαλύτερος ήταν ασύλητος και, όπως διαπιστώθηκε, ανήκε στον Φίλιππο Β’. Η απόδοση αυτή και τα εκπληκτικά ευρήματα που περιείχε έκανε πολλούς να χαρα­κτηρίσουν το εύρημα ως ένα από τα σημαντικότερα του 20ού αιώνα και προκάλεσε το παγκόσμιο εν­διαφέρον. Από τη στιγμή εκείνη η ανασκαφή της Βεργίνας έπαιρνε άλλες διαστάσεις. 0 τότε πρωθυ­πουργός Κ. Καραμανλής επισκέφθηκε αμέσως τον χώρο της ανασκαφής και χορήγησε στον ανασκαφέα τα οικονομικά μέσα για την άνετη συνέχιση της έρευνας, αφού οι προσδοκίες για νέα σημαντικά ευρήματα ήταν πια μεγάλες. Η ύπαρξη των βασιλικών τάφων επιβεβαίωνε με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο πως πραγματικά η περιοχή της Βεργίνας ταυτιζόταν με τις Αιγές, την πανάρχαια και σεβάσμια κοιτίδα τωνΜακεδόνων. Η ανασκαφή της Βεργίνας απόκτησε από τη στιγμή εκείνη εξαιρετικό ενδιαφέρον,αλλά και τα παλαιά ευρήματα φωτί­στηκαν με νέο φως και προσφεραν πολύτιμες πληροφορίες.

Την επόμενη χρονιά, 1978, ένας ακόμη ασύλητος Βασιλικός τάφο, δίπλα στον Τάφο τον Φιλίππου, πρόσθεσε νέα μοναδικά ευρήμα­τα. Αλλά με το τέλοςτης ανασκα­φής στη Μεγάλη Τούμπα οιστόχοι μας μετατοπίσθηκαν σε άλλα ση­μεία τηςπεριοχής με αποτελέσμα­τα που ξεπερνούσαν τις πιο τολμηρές προβλέψεις μας. Τρεις ακόμη μακεδόνικοι τάφοι, με θαυμάσια τοιχογραφία στον έναν απ’ αυ­τούς, ήταν τα πρώτα μνημεία ποιι αποκαλύψαμε ύστερα από το 1981. Και αμέσως μετά ένα ακόμη εντυπωσιακό εύρημα με ιδιαίτερη ιστορική σημασία: τοθέατρο όποιυ δολοφονήθηκε ο Φίλιππος και όπου ανακηρύχθηκε ο Αλέξαν­δρος βασιλιάς των Μακεδόνων για να οδηγήσει τον ελληνισμό στα πέρατα της Ανατολής. Στη συνέ­χεια βρέθηκε ο πρώτος μικρός ναός και έξω απ’ αυτόν βάσεις αναθηματικών αγαλμάτων, σε μιαν από τις οποίες υπήρχε η επιγραφή με το όνομα της Ευρυδίκης, της μητέρας τον Φιλίππου. Είχαμε λοιπόν βασιλικά αναθή­ματα. Η έρευνα στην χεριοχή αποκάλυψε και δεύτερο ναό και έξω απ’ αυτόν μιαν ακόμη βάση με το άνομα της Ευρυδίκης, αυτή τη φορά δίπλα στη βάση υπήρχε το θαυμάσιο άγαλμα που είχε αναθέ­σει η βασίλισσα στην Εύκλεια.

Ισως όμως τα πιο σημαντικά ευρήματα να ήταν αυτά που αποκαλύφθηκαν δίπλα στον τάφο του Ρωμαίου. Εφτά αρχαίοι και κλασικοί τάφοι με μοναδικά κτε­ρίσματα και δίπλα απ’ αυτούς ένας ακόμη βασιλικός τάφος. Είναι με ασφάλεια χρονολογημενος περί το 340 πΧ, δηλαδή είναι ο αρχαιό­τερος και μεγαλύτερος μακεδόνι­κος τάφος που γνωρίζουμε ως τώρα. Η εσωτερική του διαμόρ­φωση και η αρχιτεκτονική του λύση είναι εντελώς μοναδικές και προσφέρουν πολύτιμα στοιχεία στη γνώση των μακίδονικών τά­φων, Αλλά το εκπληκτικότερο και εντυπωσιακότερο στοιχείο αποτε­λεί ο μνημειακός μαρμάρινος θρό­νος που σώζεται στον κυρίως θάλαμο. Η διακόσμηση του με τη θαυμάσια ζωγραφική του ερεισίνωτου δεν έχουν το ταίρι τους σε ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο. Πι­στεύω πως ο τάφος αυτός ανήκε στη μητέρα του Φιλίππου, την Ευρυδίκη. Και τέλος, μόλις άρχι­σε η αποκάλυψη ενός ιερού της Κυβέλης των ελληνιστικών χρό­νων.

Η συνοπτική αυτή έκθεση για τις ανασκαφικές έρευνες στη Βεργίνα έδειξε νομίζω, πως οι Αρχαίες Αιγές αποτελούν πραγματικά, όπως προφήτεψε ο L. Heuzey, την Πομπηία της Αρχαίας Μακεδονίας και η αρχαιολογική τους έρευνα θα μας αποδώσει πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία και τον πολιτισμό των Μακεδόνων, αυτόν που άπλωσαν ως την Βακτριανή και ακόμα παραπέρα.

To Bήμα, 18 Ιουλίου 1991

Πηγή http://history-of-macedonia.com/2010/02/07/makedonia-vergina-chroniko-manolis-andronikos/

Άλλη πηγή – http://www.e-istoria.com/15/by_2012%20%283%29.html

Δείτε και το σχετικό βίντεο από την ανακάλυψη του τάφου το 1977. Το βίντεο είναι από τη σελίδα Ελληνοϊστορείν.


Σχόλια