Nietzsche: Η γέννηση της τραγωδίας-Ελληνισμός και απαισιοδοξία




Φρίντριχ Νίτσε
1844–1900

Το τραγικό πνεύμα του πολιτισμού:
Όνειρο και Μέθη

§1

Το πρώτο αυθεντικά φιλοσοφικό έργο του Νίτσε είναι το βιβλίο του: Η γέννηση της τραγωδίας . Για πρώτη φορά βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1872 και αυτο-κατανοείται ως συμβολή στην Αισθητική, ενώ στο πρακτικό του αντίκρισμα μπορεί να θεωρηθεί ως φιλοσοφική πραγματεία του πνευματικού πολιτισμού. Καθ’ όλη τη στοχαστική πορεία ζωής του φιλοσόφου, το εν λόγω έργο αξιολογείται ως ένα από τα πιο διαδεδομένα και συναρπαστικά δημιουργήματά του. Μια νέα έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1886 με τον τίτλο: Η γέννηση της τραγωδίας ή Ελληνισμός και απαισιοδοξία. Με τούτο το έργο ο Νίτσε επιχειρεί μια εξαρχής ανάγνωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με βάση αυτή την ανάγνωση, στην αρχαία ελληνική τέχνη και πιο ειδικά στην ποίηση μπορεί κανείς να διακρίνει δυο αντίθετα στοιχεία ζωτικής σημασίας για την οντολογική μας υπόσταση: το Απολλώνιο και το Διονυσιακό:


 «Θα έχουμε επιτύχει πολλά στην αισθητική επιστήμη, μόλις φτάσουμε όχι μόνο να καταλάβουμε λογικά, αλλά και να διαισθανθούμε με άμεση βεβαιότητα πως η εξέλιξη της τέχνης συνδέεται με τη δυϊκότητα του Απολλώνιου και του Διονυσιακού»[1].

Η φιλοσοφική πρόκληση του σπουδαίου τούτου έργου έγκειται στην ερμηνευτική του που θεμελιώνεται στην αισθητική επιστήμη. Όπως μαρτυρεί το ως άνω κείμενο, ο Νίτσε ερμηνεύει ως πρώτη φιλοσοφία την αισθητική επιστήμη και καμιά οντολογία ή γνωσιοθεωρία. Κατά ταύτα, η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκει τον αυθεντικό προσδιορισμό της και την αντίστοιχη αιτιολόγησή του στην πράξη της τέχνης και στην πρακτική εκδίπλωση της τελευταίας.

§2

Το αντικείμενο που δίνει τον τίτλο στο υπό συζήτηση έργο είναι η αττική τραγωδία. Τούτο σημαίνει πως ο Νίτσε αναγνωρίζει στην τελευταία το αποκορύφωμα του πνευματικού πολιτισμού των Ελλήνων και παράλληλα το ενδεικτικό στοιχείο για τον υπαρξιακό χαρακτήρα της τέχνης ως τέτοιας. Συνακόλουθα, η αττική τραγωδία παραπέμπει στην έννοια του “Τραγικού”, που εξίσου διατηρεί αμείωτη τη δυναμική της και στη σύγχρονη εποχή. Για την έννοια της αττικής τραγωδίας, όπως και για εκείνη της τέχνης και της φιλοσοφίας, στο έργο καθοριστική είναι η αντίθεση και η αντιθετική σύζευξη ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό:

«Τα ονόματα ‘‘Απολλώνιο’’ και “Διονυσιακό” τα δανειζόμαστε από τους Έλληνες, που εκφράζουν, για τον καθένα που κατανοεί, τα βαθυστόχαστα κρυφά διδάγματα της καλλιτεχνικής τους αντίληψης όχι με αφηρημένες έννοιες, αλλά με τις σαφείς και πειστικές μορφές του κόσμου των θεών τους. Οι δυο θεότητές τους που σχετίζονται με την τέχνη, ο Απόλλων και ο Διόνυσος, μας παρέχουν τη γνώση ότι στον ελληνικό κόσμο υπάρχει μια τρομερή αντίθεση, ως προς την προέλευση και τους σκοπούς, ανάμεσα στην πλαστική τέχνη, την απολλώνια, και τη μη-πλαστική της μουσικής, την τέχνη του Διόνυσου: αμφότερες αυτές οι τόσο διαφορετικές παρορμήσεις/ορμές κινούνται η μια δίπλα στην άλλη· τις περισσότερες φορές σε κατάσταση ανοικτής σύγκρουσης, αμοιβαία ερεθιζόμενες για νέες, όλο και πιο ισχυρές γέννες, για να διαιωνίσουν ανάμεσά τους τη διαμάχη που γεννά η αντίθεσή τους και την οποία μόνο φαινομενικά γεφυρώνει αυτό που είναι κοινό και ονομάζεται “τέχνη”·  ώσπου, τελικά, δυνάμει ενός μεταφυσικού θαύματος της ελληνικής “Βούλησης”, εμφανίζονται ζευγαρωμένες και με το ζευγάρωμά τους αυτό γεννούν εν τέλει το έργο τέχνης που είναι συγχρόνως διονυσιακό και απολλώνιο, την αττική τραγωδία»[2].

§3

Η διάκριση ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό δεν είναι μια αφηρημένη, παγιωμένη και ακίνητη αντίθεση δυο καλλιτεχνικών παρορμήσεων, ορμών ή δυνάμεων παρά εισάγεται ως ένα είδος “διπλασιασμού”, τουτέστι ως παραγωγική αλληλεπίδραση μεταξύ τους: Απολλώνιο και Διονυσιακό εμφανίζονται ως αμοιβαία αντιθετικοί κόσμοι, καθένας για τον εαυτό του και παράλληλα συμπληρωματικός του άλλου, ο θεράπων παράγοντας του άλλου. Αμφότερα συγκροτούν πνευματικό πολιτισμό και μας παρέχουν τη δυνατότητα να  αξιοποιούμε το ψεύδος για να βρίσκουμε «ισορροπία νοήματος» στη ζωήΝα τη βρίσκουμε  όχι ως άρνηση της αλήθειας, με την κανονιστική σημασία του όρου, αλλά ως άγνοια αυτού που δεν θέλουμε να  γνωρίζουμε. Εάν, για παράδειγμα,  η αλήθεια για οποιαδήποτε πολιτική-κοινωνική καταρράκωση του ανθρώπινου Είναι μας, εκ μέρους της μιας ή της άλλης πολιτικής,  μπορεί κάλλιστα να εγγίζει τα όρια μιας εθνικής μειοδοσίας, αυτή την αλήθεια –που προκαλεί φοβερό σεισμό στη ζωή μας– δεν θέλουμε να τη γνωρίζουμε. Το να επιδιώξουμε να γνωρίσουμε μια τέτοια αλήθεια σημαίνει να στερήσουμε την ύπαρξή μας από το βέβαιο, το σταθερό, το σίγουρο της ήρεμης καθημερινής βίωσης και επιβίωσης. Μια τέτοια στέρηση υποδηλώνει περίπου κλονισμό της βούλησής μας για ζωή.  Και τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι και παραμένει ένα ιδιοτελές κοινωνικο-πολιτικό ζώο, προέχει η βούληση για ζωή, γιατί μέσα από τούτη τη βούληση διέρχεται όχι μόνο η πιο πάνω «ισορροπία νοήματος» –ως αναγκαίος ίσως συμβιβασμός– αλλά και κάποια μελλοντική ανατροπή αυτού του «ισορροπημένου» με δουλόφρονα νοοτροπία βίου.  Αυτό που επιζητεί ο Νίτσε, μέσα από αυτούς τους ερμηνευτικούς δρόμους, δεν είναι να δοξάσει το υφιστάμενο αλλά να μας προσφέρει γνώση, αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης μας, έτσι ώστε η τελευταία να είναι σε θέση να επινοεί νέες μορφές ζωής.

§4

Γιατί όμως το Απολλώνιο και το Διονυσιακό μας παρέχουν τις ως άνω δυνατότητες; Κατ’ αρχήν, επειδή αμφότερα αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της πνευματικότητάς μας. Πιο ειδικά: Το πρώτο συνδέεται με το όνειρο, ενώ το δεύτερο με τη μέθη. Ποια η σημασία αυτού του ονείρου; Στη σφαίρα του ονείρου,  ο άνθρωπος πλάθει, δημιουργεί την όμορφη φαινομενικότητα από κόσμους εναρμονισμένους με τις ατομικές του ανάγκες και ικανούς να τον πλημμυρίζουν με ένα βαθύ αίσθημα συγκατάνευσης και γαλήνης. Συγχρόνως τον κάνει να αισθάνεται πως καθημερινά κινείται μέσα σε μια ονειρική πραγματικότητα, που αυτόματα παραπέμπει σε έναν κόσμο επιφανειακό, φαινομενικό, πίσω από τον οποίο κρύβεται ένας άλλος κόσμος. Έτσι εισέρχεται σε μια αλήθεια που ίσταται πάνω από το βιοτικό ή καθημερινό στοιχείο της ύπαρξής του. Μέσα στο όνειρο λοιπόν δύναται –ως αυτόνομος, αυτεξούσιος, αυτάρκης, φωτεινός, σύμμετρος με το Είναι του– να εξατομικεύεται, να ενδυναμώνει την ατομικότητά του και στη συνέχεια να κατέρχεται στην καθημερινή ζωή με εμπιστοσύνη, με αυτοπεποίθηση και με τάση για αυτοδιάθεση, για αυτοπροσδιορισμό. Με το Απολλώνιο  στοιχείο συνεπώς είναι παρούσα η φιλοσοφική γαλήνη.
Στη σφαίρα της μέθης ο άνθρωπος δεν συναδελφώνεται μόνο με τον συνάνθρωπό του, αλλά χάρη στην κατάσταση της συλλογικής έκστασης απελευθερώνει το σύμπαν της σκλαβωμένης του φύσης, εκμηδενίζει κάθε ακαμψία, αποδυναμώνει κάθε συστολή και γκρεμίζει όλους τους φραγμούς, ορατούς και αόρατους, της αυθαιρεσίας, της εχθρότητας, της δουλικότητας, της συμβεβλημένης ηθικότητας κ.λπ., που του επιφυλάσσουν οι καταστάσεις ζωής και οι οποίοι τον χωρίζουν από την ουσία του ως ανθρώπου. Η αφύπνιση του διονυσιακού πνεύματος έτσι του επιτρέπει να θραύει τα δεσμά, μεταξύ άλλων, μιας δουλικής ηθικής και μιας εξαρτημένης σχέσης του βίου που του επιβάλλουν οι «δυνατοί» και δια της οποίας διαφεντεύουν την ύπαρξή του με δική του συγκατάθεση.



[1] Kritische Studienausgabe (KSA) 1, die Geburt der Tragödie u.a., σ. 25.
[2] Ό.π., σσ. 25-26.

Σχόλια