Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος-για την απόλυτη Γνώση


 

 ΧΕΓΚΕΛ

 

Η ΑΠΟΛΥΤΗ  ΓΝΩΣΗ

 

§ 1

Η Φαινομενολογία του πνεύματος αρχίζει με την άμεση γνώση ή την αισθητήρια βεβαιότητα και περαιώνεται με την απόλυτη Γνώση. Σύμφωνα με τις βασικές εν ισχύ ερμηνείες, η απόλυτη Γνώση εκθέτει το αποτέλεσμα του γίγνεσθαι της φιλοσοφικής επιστήμης. Αυτό το αποτέλεσμα περιλαμβάνει το πνεύμα που έχει για αντικείμενο τον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για το αποτέλεσμα εκείνης της  φαινομενολογικής πορείας του πνεύματος που έχει για κύριο γνώρισμα την προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation) κάθε υποστασιακού περιεχομένου και έτσι νομιμοποιείται ως εμφάνιση, φανέρωση ή αποκάλυψη της κλειστότητας της υπόστασης. Η κατευθυντήρια δύναμη προς την αποκάλυψη τούτη δεν είναι η έκσταση ούτε ο φευγαλέος φιλοσοφικός ενθουσιασμός του ρομαντικού υποκειμένου αλλά η έννοια, η διαλεκτικά  εκδιπλωνόμενη αναγκαιότητα του ίδιου του Πράγματος[1]. Συσχετιζόμαστε, ως εκ τούτου, με μια στάση της φιλοσοφικής σκέψης που διεκδικεί την παραγωγή νοήματος, τουτέστι μάχεται να ανα-συγκροτήσει τον ουσιακό Λόγο της σκεπτόμενης συνείδησης, μέσα από την αντιπαράθεση με τον εργαλειακό Λόγο της διαφωτιστικής νεωτερικότητας,  και να αναδείξει την πραγματικότητα της απόλυτης Γνώσης ως την ελεύθερη εστία  του πνεύματος. Είναι ελεύθερη τούτη η εστία, διότι προκύπτει από τη διαλεκτική άρση της πεπερασμένης γνώσης και από την υπέρβαση κάθε αλλότριας προς το πνεύμα εμπειρίας. Ως τέτοια λοιπόν αποτελεί την τελική βαθμίδα, όπου συνείδηση και αντικείμενο, γνώση και αλήθεια ταυτίζονται απόλυτα.

                                                                       §2

Το γεγονός ωστόσο ότι σε τούτη την τελική βαθμίδα ανάπτυξης αντιστοιχεί η απόλυτη αλήθεια δεν συνεπάγεται πως οι προηγηθείσες βαθμίδες ανάπτυξης του πνεύματος είναι αναληθείς. Απεναντίας καθεμιά εξ αυτών φέρει μέσα της την αλήθεια στην εμφάνισή της ή στην εκδήλωσή της, ως φαινόμενο· όχι όμως και στην απόλυτη μορφή της, δηλαδή ως απόλυτη Γνώση. Η ολότητα αυτών των βαθμίδων ανάπτυξης και υπέρβασης της αντίθεσης ανάμεσα στη συνείδηση και το αντικείμενο, ολότητα που απηχεί την ολότητα των μορφών του πνεύματος, συνιστά αναγκαία συνθήκη για να προκύψει η απόλυτη Γνώση. Εάν η τελευταία μορφή του πνεύματος που έχει για περιεχόμενο τον Εαυτό έχει πραγματοποιήσει την έννοιά της και την εκφράζει ενεργά, τότε αυτή εκφράζει την απόλυτη Γνώση, ήτοι το πνεύμα που έχει γνώση του εαυτού του ή τη Γνώση που εγγυάται κατανόηση με τον τρόπο της έννοιας. Όλη τούτη η διαδικασία επίτευξης της απόλυτης Γνώσης λαμβάνει χώρα στη Φαινομενολογία του πνεύματος με δύο τρόπους: αφενός με την ρεαλιστική πραγμάτωση της βεβαιότητας, ως κατηγορίας της Γνώσης,  ότι είναι όλη η αλήθεια. Κατά την πραγμάτωση τούτη, η συνείδηση ανυψώνεται από το επίπεδο της κατ’ αίσθηση βεβαιότητάς της στο επίπεδο της έλλογης αυτοσυνείδησης. Αφετέρου με την ρεαλιστική πραγμάτωση της Γνώσης ότι είναι όλη η αλήθεια. Κατά την πραγμάτωση τούτη, το πνεύμα γνωρίζει τον εαυτό του στην εντός του κόσμου αληθινή του εμφάνιση, στην αυτο-εκδήλωσή του ως φαινόμενο του κόσμου, και μέσα από την ιστορική του αυτογνωσία τον ανασυλλέγει ως απόλυτη Γνώση. 

§3

 Γνωρίζει, με άλλα λόγια, τον εαυτό του ως αυτοσυνείδητη επιστροφή προς Εαυτόν, η οποία στην κατά διαλεκτικό Λόγο δομή της απηχεί την ιστορική και κοινωνική πραγματοποίηση της αυτοσυνείδησης μέσα στον Άλλο και με τον Άλλο· συναφώς κυοφορεί την κατανόηση της ιστορίας στο επίπεδο της έννοιας, της εννοιολογικής ολότητας, και του πνευματικού πολιτισμού, όπου το πνεύμα «έχει ολοκληρωμένη γνώση ως προς αυτό που το ίδιο είναι»[2]. Το ίδιο λοιπόν δεν είναι ένα απλό Καθεαυτό, δηλαδή υπόσταση, ούτε ένα απλό Διεαυτό, δηλαδή υποκείμενο, ήτοι αυτοσυνείδηση που έρχεται στο Είναι ως μορφή αυτοδιαφοροποίησης από τον ίδιο τον εαυτό της, αλλά καθεαυτό και διεαυτό, δηλαδή Aπόλυτο. Ως προκύπτει, η απόλυτη Γνώση συγκροτεί μια ενότητα της σκέψης και ένα αδιαίρετο Όλο της Γνώσης. Δεν είναι μια απλή σκέψη που  αρθρώνεται στη γλώσσα ως άμεση γνώση του υποκειμένου ούτε εξεικονίζει μια θεσμοθετημένη γνώση, εκδηλωμένη εν είδει αντικειμενικής σκέψης ούτε ένα διεσπαρμένο συνονθύλευμα αποσπασματικών μορφωμάτων σκέψης και γνώσης. Απεναντίας πρόκειται για την, κατά το αδιάψευστο και γι’ αυτό απόλυτο τεκμήριο του Λόγου ως δια-Λόγου [=διαλεκτικού Λόγου], βεβαιότητα στη σκέψη και στην πράξη. Η διαλεκτική φύση του Λόγου σημαίνει ότι το τέλος είναι, κατά μια έννοια, επιστροφή στην αρχή. Αναλογικά λοιπόν η απόλυτη Γνώση καταφέρνει αυτό ακριβώς η αισθητήρια βεβαιότητα δεν μπορεί: την πλήρη και ολοτελή σύλληψη του αντικειμένου. Όλες οι προφιλοσοφικές απόπειρες γνώσης αντικειμένων αποτυγχάνουν, επειδή τα ίδια τα αντικείμενα έχουν την ύπαρξή τους μόνο σε σχέση με το Όλο ή το Απόλυτο. Το μόνο συνεπώς αληθινό «αντικείμενο»  είναι το ίδιο το Όλο, που θεωρείται ως ένα εσωτερικά διαφοροποιημένο σύστημα.

[1] Φαινομενολογία του πνεύματος τ. Ι, § 7.

[2] Ό.π., § 808.

Σχόλια