Kατεβάσετε την εφαρμογή android του blog! DownLoad

Η διαμόρφωση μιας εξουσιαστικής ελίτ

Written By Greek Port on Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017 | Αυγούστου 17, 2017



Εισαγωγή:
Ατακτα επιλεγμένα αποσπάσματα από τη μπροσούρα "με αυτό μοιάζει η ομοφωνία;" της συλλογκότητας Common Wheel που πραγματεύεται τις διαδικασίες, συμπεριφορές και ανάπτυξη άτυπων ιεραρχιών σε αντι-ιεραρχικά εγχειρήματα.Η ομάδα που ανέλαβε τη μετάφραση, αποδίδοντας την απόπειρα των συγγραφέων του αρχικού κειμένου να ανατρέψουν τα γλωσσικά σεξιστικά στερεότυπα χρησιμοποιώντας εναλλάξ θηλυκό και αρσενικό γένος στο κείμενο, αποφάσισε να το μεταφράσει εξ'ολοκλήρου σε θηλυκό γένος.






Η διαμόρφωση μιας εξουσιαστικής ελίτ

Όποτε εμφανίζεται ένας πυρήνας μέσα σε μια συλλογικότητα ο οποίος αναλαμβάνει τη διαχείριση των καθημερινών υποθέσεων, όπως την πληρωμή του ενοικίου, τη διαχείριση των βιβλίων, τον προσανατολισμό των νέων μελών, την αντιπροσώπευση της οργάνωσης προς τα έξω -παραδείγματος χάριν στον τύπο- και τελικά αποφασίζει την κατεύθυνση της οργάνωσης χωρίς την διαβούλευση της συλλογικότητας, τότε τα μέλη θα πρέπει να ανησυχήσουν πολύ.

Εάν αυτός ο πυρήνας χλευάζει την εμμονή στις καθιερωμένες διαδικασίες ή γελοιοποιεί τα άτομα που ανησυχούν για αυτές, υποστηρίζοντας ότι εκείνες, ο «πυρήνας», η σκληρά εργαζόμενη και αναντικατάστατη ραχοκοκαλιά της οργάνωσης, ενδιαφέρονται περισσότερο να γίνονται τα πράγματα παρά να πηγαίνουν σε συνελεύσεις, τότε δεν υπάρχει καμία ομοφωνία ή αίσθημα συλλογικότητας στην ομάδα.

Τα κυριαρχικά άτομα συχνά επιδιώκουν να δυσφημούν ή να αποθαρρύνουν την προσκόλληση σε έναν γραπτό κώδικα διαδικασιών. Αυτό τους επιτρέπει να ενεργούν χωρίς τη συγκατάθεση της ομάδας αλλά και χωρίς να παραβιάζουν οποιονδήποτε κανόνα, ή ακόμη και να υποστηρίζουν ότι αυτές μόνο ξέρουν τους κανόνες και ότι στην πραγματικότητα τους έχουν ακολουθήσει. Ακόμη χειρότερα, μπορούν να αναγκάσουν κάποια άλλη να ενεργήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, υποστηρίζοντας ότι το απαιτεί ένας διαδικαστικός κώδικας που κανένα άλλο μέλος δεν έχει ποτέ δει.

Επιπλέον η έλλειψη διαδικασιών επιτρέπει στις αυτόκλητες αρχηγούς να ελέγξουν τη συλλογικότητα μέσω προστριβών και παραλείψεων. Τα ζητήματα που αυτές δεν ευνοούν επιτρέπεται να παραλειφθούν σιωπηλά. Αν κάποια παραπονεθεί, οι αυτόκλητες αρχηγοί μπορούν να πουν ότι δεν έχουν ασχοληθεί ακόμα με το ζήτημα επειδή, δεδομένου ότι “τρέχουν” τη συλλογικότητα, πνίγονται στη δουλειά. Ή μπορούν να υποστηρίξουν ότι εκείνα τα θέματα που δεν λύθηκαν, απλώς ήταν πρακτικά αδύνατο να λυθούν. Πώς μπορούν τα άλλα μέλη, που έχουν κρατηθεί μακριά από οποιαδήποτε οργανωτικά ζητήματα, να υποστηρίξουν το αντίθετο;

Οποτεδήποτε επιτρέπεται σε μια μικρή ελίτ να αναλάβει τη διοίκηση, τα υπόλοιπα μέλη αφήνονται να λειτουργούν μόνο ως μέλισσες-εργάτριες. Η κλίκα που έχει τον έλεγχο, επιδιώκει να παγιώσει τη δύναμή της κατακερματίζοντας την ομάδα, έτσι ώστε καμιά να μην ξέρει τι κάνει οποιαδήποτε άλλη εκτός από εκείνα τα μέλη που βρίσκονται στην κορυφή -και τα οποία πρέπει να ρωτηθούν κάθε φορά που είναι να γίνει ένα βήμα που θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις σε μια άλλη υποομάδα ή στην ευρύτερη υποδομή της συλλογικότητας.

Σε μερικές περιπτώσεις, τα μέλη που έχουν αποκοπεί από την ηγεσία, στην οποία δικαιωματικά πρέπει να συμμετέχουν όλες, μπορεί απλώς να εργάζονται ανεξάρτητα, τρέχοντας δικά τους εγχειρήματα και χρησιμοποιώντας την ομάδα μόνο για τους πόρους που είναι σε θέση να προσφέρει. Αυτό επίσης δεν συνιστά λειτουργία στη βάση της ομοφωνίας.

Οι συλλογικότητες ισότιμων σχέσεων απαιτούν τόσο το να είναι ενήμερο κάθε μέλος για όλες τις πτυχές της λειτουργίας της ομάδας, όσο και να έχει κάθε μέλος τις απαιτούμενες δεξιότητες για να εκτελέσει οποιοδήποτε από, ή και όλα, τα σχετικά με τη λειτουργία καθήκοντα. Αυτό μπορεί να είναι κουραστικό, αλλά μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ουσιαστικό μοίρασμα της εξουσίας μέσα στη συλλογικότητα.

Οι ευθύνες των μελών της συλλογικότητας

Ακριβώς όπως εκείνες που αναλαμβάνουν θέσεις εξουσίας υπονομεύουν την ομοφωνία, έτσι την υπονομεύουν και όσες παραχωρούν την εξουσία και δείχνουν να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις δουλειές της ομάδας. Επειδή οι συλλογικότητες δεν έχουν αφεντικά που επιβάλλουν τους κανόνες, η καθεμία που συμμετέχει στην κοινή προσπάθεια έχει την ευθύνη και οφείλει να φροντίζει ώστε οι βασικές αρχές λειτουργίας να ακολουθούνται από όλες. Εάν κάποια ενεργεί με τρόπο εξουσιαστικό, είναι καθήκον όλων να ανακαλέσουν το πρόσωπο αυτό στην τάξη και να της ζητήσουν να αλλάξει συμπεριφορά. Η αποτυχία να γίνει αυτό σημαίνει ότι η ομοφωνία δεν λειτουργεί πλέον στην ομάδα.

Τα κυριαρχικά μέλη μπορεί να προσπαθήσουν να ενθαρρύνουν την απάθεια και την έλλειψη συμμετοχής, κρατώντας συνήθως τις υπόλοιπες χωρίς ενημέρωση σχετικά με τα όσα συμβαίνουν στην ομάδα. Αυτή είναι μια αυταρχική στρατηγική συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια ενός ατόμου ή μιας μικρής κλίκας. Όταν η πλειοψηφία χάνει το ενδιαφέρον της για τη λήψη των αποφάσεων, τότε οι λίγες θα αναλάβουν αυτόν το ρόλο μόνες τους.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία, προκειμένου να λειτουργεί η ομοφωνία, να αναλαμβάνουν όλα τα μέλη έναν ενεργό ρόλο στη λειτουργία της συλλογικότητας και να κρατά η καθεμία τον εαυτό της πλήρως ενημερωμένο. Η παραχώρηση της εξουσίας, δυστυχώς, σημαίνει συχνά ότι κάποια θα είναι έτοιμη να την αναλάβει.


Τα παρακάτω είναι μερικά κοινά τεχνάσματα που εμφανίζονται στις συνελεύσεις και στην συλλογική δυναμική της ομάδας όταν μέλη που έχουν μεγάλη επιρροή προσπαθούν να καθοδηγήσουν τη διαδικασία λήψης απόφασης.

Στις συναντήσεις:

Η έκφραση ενόχλησης ή εκνευρισμού από κάποιες όταν ένα μέλος μοιράζεται τις ανησυχίες του –συμπεριφορά που υπονοεί ότι το άτομο αυτό σπαταλά το χρόνο της ομάδας αφού ενδιαφέρεται υπερβολικά να σκαλίζει θέματα σχετικά με την κατάλληλη διαδικασία, ή επειδή φέρνει ζητήματα που δεν απασχολούν την ομάδα. όμως, η ομοφωνία απαιτεί όλα τα μέλη να ακούγονται και όλα τα ζητήματα να αντιμετωπίζονται. Κανένα άτομο και καμιά “κλίκα”, δεν επιτρέπεται να καθορίζει τί είναι και τί δεν είναι σημαντικό.
Η δημιουργία υπονοιών (ή η ξεκάθαρη δήλωση) ότι τόσο η αναφορά σε προβλήματα όσο και η έκφραση διαφωνιών δρα αποδιοργανωτικά για τη συλλογικότητα ή δείχνει απιστία προς εκείνες που εργάζονται σκληρά για αυτήν.
Η έκφραση επιφυλάξεων για μία πρόταση πριν ν’ αναλυθεί πλήρως από αυτήν που τη φέρνει στη συζήτηση έτσι ώστε να προκύψουν ανησυχίες μεταξύ των συμμετεχουσών. Αποτέλεσμα αυτού συχνά είναι να εστιάσει η συζήτηση στις ανησυχίες που εκφράστηκαν και η πρόταση καθεαυτή να μη γίνει αντικείμενο μελέτης. (Σημείωση: Μια καλή συντονίστρια συνέλευσης πρέπει να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Συνήθως όμως η συντονίστρια απλώς αφήνει τον κόσμο να μιλάει με τη σειρά που σηκώνει το χέρι του, κάνοντας με αυτόν τον τρόπο αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση απαιτεί ανταλλαγή απόψεων “εκτός σειράς”. Έτσι, αυτή που έχει κάνει την πρόταση μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα να μιλήσει παρά μόνο στο τέλος μιας σειράς παρανοήσεων, οι οποίες έχουν περάσει από ομιλήτρια σε ομιλήτρια, εξουδετερώνοντας οποιαδήποτε ελπίδα για ξεκαθάρισμα. Η συντονίστρια -πριν προχωρήσει η συζήτηση- πρέπει να επιτρέπει σε δύο άτομα την ανταλλαγή εκτός σειράς εάν πρόκειται έτσι να διασαφηνιστούν όψεις ενός ζητήματος ή μιας πρότασης).
Η έκφραση διαφωνίας σε κάτι που δεν προτάθηκε ποτέ. Παραδείγματος χάριν, η Α λέει ότι πρέπει να ενθαρρύνεται η συμμετοχή στις συνελεύσεις μέσω της ευρύτερης κοινοποίησής τους. Η Β, που προτιμά τη χαμηλή προσέλευση προκειμένου να ασκεί μεγαλύτερη επιρροή στη λήψη αποφάσεων, απαντάει ότι δεν μπορεί να απαιτείται από τον κόσμο να έρχεται στις συνελεύσεις. Έτσι ακολουθεί κατακραυγή ενάντια στην “αντιδημοκρατική” πρόταση για αναγκαστική συμμετοχή στις συνελεύσεις. Αποτέλεσμα: η πρόταση της Α απορρίπτεται.
Το να αφήνει κάποιο μέλος την ομάδα να φτάσει σε μια απόφαση και να δείχνει ότι τη στηρίζει, ενώ μετά “διακριτικά” καθοδηγεί την ομάδα στο επόμενο θέμα της συνέλευσης πριν να συμφωνηθεί συγκεκριμένο σχέδιο για την υλοποίηση της απόφασης. Ομοίως, η εθελοντική προσφορά ενός μέλους της ομάδας για μια δράση που όμως δεν γίνεται πολύ συγκεκριμένη -πρακτική που επιτρέπει να ξεχαστεί αργότερα η συγκεκριμένη διαθεσιμότητα, όταν έρθει ο καιρός για την πραγματοποίηση της δράσης.
Η θέση ότι κάποιες αποφάσεις για δράση μπορούν να εκτελεσθούν μόνο από λίγα αφοσιωμένα μέλη –θέση που όμως δεν φαίνεται να ισχύει όταν αφορά δράσεις που συγκεκριμένα μέλη δεν εγκρίνουν. Σε αυτή την περίπτωση, αυτά τα μέλη, επιμένουν ότι για τη συγκεκριμένη δράση απαιτείται ευρεία συμμετοχή. Με αυτόν τον τρόπο γίνεται προσπάθεια να κολλήσει το σχέδιο στην αδυναμία συντονισμού ενός μεγάλου ποσοστού των μελών, κάτι που μπορεί να οδηγήσει και στο να απορριφθεί η δράση. Ομοίως, η επιμονή στο ότι μερικές αποφάσεις, προκειμένου να περάσουν, απαιτούν ευρεία υποστήριξη, και όχι απλώς την απουσία ενστάσεων, και πρέπει επομένως να αναβληθούν μέχρι να ακουστούν περισσότερες απόψεις, πράγμα που οδηγεί συνήθως σε μία αόριστη (δηλαδή μόνιμη) αναβολή.
Ο χλευασμός, το κατσούφιασμα, το να κοιτάζει κανείς επίμονα κάτω, οι φωνές, οι δυνατοί αναστεναγμοί, το να παριστάνει κάποια την πληγωμένη, την ανήσυχη, την ανυπόμονη, το να αποχωρεί από τις διαδικασίες.

Στο πλαίσιο της ευρύτερης δυναμικής της ομάδας:

Το να θέτει κάποια τον εαυτό της (ή την “κλίκα” της) ως την de facto αρχηγό αναλαμβάνοντας μεγάλο κομμάτι των διοικητικών καθηκόντων, εμφανίζοντας με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό της ως απαραίτητη, ενώ ταυτόχρονα αρνείται την προσφορά βοήθειας -ιδιαίτερα όταν αυτό θα καθιστούσε όποια άλλη βοηθά συμμέτοχο σε βασικές γνώσεις για το πώς “τρέχουν” τα πράγματα στη συλλογικότητα.
H συσσώρευση πληροφοριών από κάποια μόνο μέλη, ειδικά λεπτομερειών που είναι κρίσιμες για τη λειτουργία της συλλογικότητας ή τη συμμόρφωση της με σημαντικά ζητήματα (όπως π.χ. οι δοσοληψίες της, αν υπάρχουν, με το κράτος και τους θεσμούς).
To να καθιστά κάποιο άτομο τον εαυτό της ως τη μοναδική συντονίστρια διαφόρων επιτροπών ή δραστηριοτήτων της συλλογικότητας, μετατρέποντας έτσι τον εαυτό της (ή την κλίκα της) ως το μόνο πρόσωπο που έχει το συνολικό έλεγχο της οργάνωσης.
To να καθιστά κάποιο άτομο τον εαυτό της ως το μόνο πρόσωπο που μπορεί να ενεργήσει ως εξωτερικός σύνδεσμος της ομάδας, με το άλλοθι ότι έχει πρόσβαση σε όλες τις υποομάδες ή τα εγχειρήματα της συλλογικότητας.
To να ενεργεί κάποια ως εκπρόσωπος της ομάδας σε πλαίσια εκτός της συλλογικότητας.
Η λήψη αποφάσεων χωρίς τη διαβούλευση της συλλογικότητας –κάτι που μπορεί να ξεκινήσει με ασήμαντα θέματα (όπως την παραγγελία προμηθειών), και να κλιμακωθεί βαθμιαία περιλαμβάνοντας αποφάσεις για σημαντικά ζητήματα (όπως τη γενικότερη κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η συλλογικότητα).
Η περιφρόνηση της επιμονής για ορθές διαδικασίες –θέση που υπονοεί ή ισχυρίζεται ότι μόνο όσα μέλη δεν κάνουν τίποτα ανησυχούν για τις διαδικασίες ενώ υπάρχουν πολλά πρακτικά πράγματα που πρέπει να γίνουν.
Η αντιμετώπιση των συναντήσεων ως σχολαστικών και κουραστικών (η απουσία συστηματικού προγράμματος συναντήσεων είναι ένδειξη τέτοιας αντιμετώπισης).
Ο ισχυρισμός ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη να εναλλάσσονται τα μέλη στα διάφορα καθήκοντα επειδή τα πιο ικανά άτομα πρέπει να κάνουν αυτό για το οποίο είναι καταλληλότερα. (Σημειώστε ότι η εναλλαγή καθηκόντων εξασφαλίζει το μοίρασμα της εξουσίας μέσα στη συλλογικότητα -κάτι που τα μέλη με “αρχηγικές τάσεις” συνήθως δεν θέλουν).
Το να υποστηρίζει κάποια ή κάποιες ότι γνωρίζει/-ζουν το “πρωτόκολλο” της οργάνωσης (το οποίο είναι άγραφο) σε οποιαδήποτε δεδομένη κατάσταση. Το να επικαλούνται το “βαθμό” παλαιότητας, εμπειρίας, ή εξειδικευμένης γνώσης εάν κάποια διαφωνήσει με μια απόφαση.
Η επιμονή στη θέση ότι η γνώμη όσων εργάζονται σκληρότερα για τη συλλογικότητα πρέπει να έχει μεγαλύτερο βάρος στη λήψη αποφάσεων. Η ομοφωνία δεν αναγνωρίζει ούτε ικανότητες, ούτε στάτους: όλα τα μέλη πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ισότιμα.
Η δήλωση ότι σε περιόδους κρίσης δεν υπάρχει ο χρόνος ή η ενέργεια για να εμμένει η ομάδα στην ομοφωνία ή στις ορθές διαδικασίες, εφόσον υπάρχουν άμεσα, πιεστικά θέματα που πρέπει να εξεταστούν. Έτσι μια κλίκα μπορεί να αυτο-προσδιοριστεί ως η “εκ των πραγμάτων αρχηγική” ομάδα, καταστρέφοντας όχι μόνο τη συλλογική συμμετοχή αλλά και τη διαφάνεια στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Η χρήση του παλαιότερου “κόλπου” χειραγώγησης που υπάρχει: το να περνάει κάποια στην επίθεση ώστε να μη χρειάζεται να δώσει λόγο για τις δικές της ενέργειες, δημιουργώντας ένα σύννεφο από κατηγορίες που δεν επιτρέπει να εστιάσει η προσοχή των μελών στα πραγματικά ζητήματα.
Η δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων ή παριών για να αποσπάται η προσοχή από όσες χειραγωγούν.
Οι φοβέρες, οι απειλές, τα καλοπιάσματα.
Η ρητορική της οσιομάρτυρος: “Μετά από όλα όσα έχω κάνει για αυτήν τη συλλογικότητα, πώς μπορέσατε να με αμφισβητήσετε;”

Το πρόβλημα με την ευγένεια

Η ευγένεια, που δεν πρέπει να συγχέεται με το σεβασμό, την εκτίμηση και την ευπρέπεια (όλα θετικές αξίες), αποτελούσε πάντα εργαλείο καταπίεσης -π.χ. για τη δυσφήμιση των πολιτικών αντιπάλων ή των διαδηλωτριών μέσω του χαρακτηρισμού των πράξεών τους ως άσεμνες ή αδιάκριτες (από εκείνες τις οποίες θίγουν τα ηχηρά συνθήματα και τα οδοφράγματα). Η ίδια τακτική εφαρμόζεται και μέσα σε συλλογικότητες για να σιωπούν όσες διαφωνούν. Οι συλλογικότητες και η συλλογική δράση απαιτούν ευθύτητα και ειλικρίνεια. Η ευγένεια αποτελεί ανάθεμα για το χτίσιμο της ομοφωνίας.

Η παραδοσιακή αγγλοσαξονική προτεσταντική λεπτότητα -του τύπου: “μη λες τίποτε αν δεν έχεις κάτι ευχάριστο να πεις”, “μην εκφράζεις ποτέ αρνητική κριτική” και “βιάσου να αμβλύνεις τις διαφωνίες”- είναι ασύμβατη με τη συλλογική δράση. Η σύγκρουση είναι ουσιώδης για τη διαδικασία διαμόρφωσης εννοιών και εγχειρημάτων. Οι ιδέες πρέπει να εξετάζονται πλήρως και ειλικρινώς. Αντιθέτως, το να φέρεσαι “ευγενικά” όταν δεν το νιώθεις, δημιουργεί μόνο δυσπιστία. Το ήθος της ειλικρίνειας, της αμεσότητας και της ευθύτητας παροτρύνει την ομάδα να επικεντρώνει στο περιεχόμενο μιας δήλωσης αντί να τροφοδοτεί συνεχώς την ανάγκη τού να γίνει κατανοητό το υπονοούμενο που ενδεχομένως κρύβει μία παρατήρηση (π.χ. “Μήπως το είπε αυτό απλώς για να με κάνει να φανώ χαζή;” κ.λπ.).
Η απουσία συγκρούσεων είναι σχεδόν πάντα σημάδι ότι η διαφωνία, ή ακόμα και η όποια ειλικρινής συνεισφορά, καταπιέζονται μέσα σε ένα πλαίσιο που αποδοκιμάζει, γενικώς και αορίστως, τη δημιουργία έντασης.

Ένα άτομο που θέλει να εκμεταλλευτεί καταστάσεις θα επικαλεστεί, όταν το βολεύει, την κοινωνική αβρότητα, κατηγορώντας οποιαδήποτε άλλη εγείρει ερωτήματα ως ασεβή ή διασπαστική, με σκοπό να την κάνει να σωπάσει.

Το ήθος της ευγένειας παρέχει πλήρη ελευθερία κινήσεων στις θρασύδειλες, καθώς οι «καλοί τρόποι» υπαγορεύουν πως πρέπει να αντιδρούμε με ηρεμία όταν κάποια προσπαθεί να μας επιβληθεί βάζοντας τις φωνές. Όταν λοιπόν κάποια απαντήσει με επιθετικό τρόπο σε λεκτικές επιθέσεις, είναι πολύ πιθανό να αντιμετωπίσει την αποδοκιμασία της ομάδας, επειδή κλιμακώνει, αντί να εκτονώνει, τη διαμάχη –ταυτόχρονα αυτή που επιτέθηκε αρχικά, αν είναι καθ' έξιν θρασύδειλη και έχει κερδίσει μια θέση ισχύος και σεβασμό στην ομάδα μέσω κυριαρχικών συμπεριφορών, πιθανότατα “θα τη βγάλει καθαρή”. Δεν αποκλείεται ο κόσμος να πάρει και το μέρος της επειδή δέχεται επίθεση, αποδοκιμάζοντας εκείνη που τόλμησε να αντιπαρατεθεί με ένα τόσο αγαπητό και σεβαστό μέλος. Συμπεριφορές σαν κι αυτή είναι χαρακτηριστικές κυρίως σε ομάδες που καθοδηγούνται από χαρισματικές προσωπικότητες, παρά σε αντι-ιεραρχικές συλλογικότητες. Παρ' όλα αυτά, τέτοια περιστατικά συμβαίνουν συχνά και σε ομάδες που ισχυρίζονται πως λειτουργούν στη βάση της ομοφωνίας.

Στις ομόφωνες διαδικασίες είναι εξαιρετικά σημαντικό να ακούγεται και να εξετάζεται το περιεχόμενο ενός παραπόνου, ακόμη κι αν αυτό εκφράζεται με μια έκρηξη θυμού. Σε μια συλλογικότητα στην οποία επικρατεί κλίμα εκφοβισμού, τα μέλη που μπορεί να έχουν αντιρρήσεις κρατούν συνεχώς το στόμα τους κλειστό. Έτσι τα ζητήματα βγαίνουν στην επιφάνεια μόνο όταν κάποια ωθείται στα άκρα και εκφράζει τις επιφυλάξεις της ουρλιάζοντας. Όταν συμβεί αυτό, είναι πολύ εύκολο για τα μέλη με κυριαρχικές διαθέσεις να χαρακτηρίσουν την παραπονούμενη “τρελή” ή “εμπαθή”. Στην πραγματικότητα, ένα ιδιαιτέρως ύπουλο μέλος που θέλει να έχει τον έλεγχο μπορεί επί τούτου να προκαλεί κάποια, την οποία αναγνωρίζει ως εν δυνάμει απειλή για την εξουσία της, μόνο και μόνο για να πάρει μια εν θερμώ απάντηση την οποία θα χρησιμοποιήσει στη συνέχεια ως αιτία για την απομάκρυνσή της από την ομάδα.

Τα μέλη μιας συλλογικότητας πρέπει να μπορούν να προσδιορίσουν εάν ο θυμός χρησιμοποιείται από πρόθεση ως εργαλείο εκφοβισμού. Η ειλικρινής συζήτηση μπορεί συχνά να προκαλέσει ένταση. Η ομάδα πρέπει να δημιουργεί ένα ασφαλές και ανοιχτό περιβάλλον στο οποίο κάτι τέτοιο θα είναι αποδεκτό.

Συχνά δημιουργείται η παρεξήγηση ότι επειδή η συλλογική ζωή βασίζεται στην ειλικρίνεια, την ισότητα και τα κοινά ιδανικά, η δυναμική μας συλλογικότητας πρέπει να χαρακτηρίζεται πάντοτε από τρυφερότητα και αλληλοϋποστήριξη. Το ακριβώς αντίθετο όμως, είναι εξίσου αληθινό. Η συλλογική δράση πρέπει να επιτρέπει στα άτομα να εκφράζουν τις διαφωνίες τους ακόμη και με τρόπους που δεν είναι πάντα οι καλύτεροι δυνατοί.

Μια συλλογικότητα που από τη μία ενδίδει σε εμφανώς ανειλικρινείς εκφράσεις τρυφερότητας ή συμπάθειας και από την άλλη δυσφορεί όταν αντιμετωπίζει βλοσυρά βλέμματα, θυμό ή την αντιπάθεια κάποιας προς κάποιο άλλο άτομο ή ιδέα, δεν λειτουργεί ούτε στη βάση της ομοφωνίας, ούτε με τη βασική προϋπόθεση του αμοιβαίου σεβασμού. Η ομοφωνία, είτε για καλό είτε για κακό, αξιώνει για όλες τη δυνατότητα ξεσπάσματος. Όταν αυτό δεν επιτρέπεται, η ομάδα λειτουργεί στη βάση εξουσιαστικών σχέσεων.

Οι άνθρωποι θυμώνουν, απογοητεύονται, αγανακτούν, συγχύζονται, καταβάλλονται, εκδικούνται, θίγονται, φθονούν και πάει λέγοντας. Η εκτόνωση αυτών των συναισθημάτων πρέπει να είναι αποδεκτή, και αργότερα μπορούν, ενδεχομένως, να απολογούνται αν κάτι τέτοιο θεωρηθεί απαραίτητο. Απ' την άλλη η συλλογικότητα οφείλει να κατακρίνει όποια επίτηδες επιδίδεται σε θεατρινισμούς ως εξουσιαστική μανούβρα για να εκφοβίσει μέλη που πιθανόν διαφωνούν.

Η συλλογική δράση απαιτεί σεβασμό -που σημαίνει να ακούς και να εξετάζεις με ειλικρίνεια τη διαφορετικότητα και τα αισθήματα της άλλης- αλλά όχι συμβατικούς ευγενείς τρόπους, που είναι το επίχρισμα της προσήνειας και συχνά χρησιμοποιούνται παραπλανητικά για να συγκαλύψουν τις πραγματικές απόψεις και κίνητρα κάποιας.

Η ανάγκη για καλοσύνη

Παρόλο που η συλλογική ζωή δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται από ψεύτικους συναισθηματισμούς και υπερβολικές κολακείες μεταξύ των μελών, η κοινή προσπάθεια του να ανήκεις σε μια συλλογικότητα προϋποθέτει καλή θέληση και γνήσιο ενδιαφέρον για κάθε άτομο που εμπλέκεται. Εάν οι σχέσεις μέσα στην ομάδα δεν στηρίζονται στην καλοσύνη, την ανεκτικότητα και την αποδοχή παρά τα προβλήματα που αναπόφευκτα προκύπτουν, τότε σίγουρα θα εμφανιστούν δυναμικές που δεν υποστηρίζουν το πνεύμα της ομοφωνίας. Ουσία της ομοφωνίας δεν είναι η από κοινού λήψη αποφάσεων (αυτό είναι ένα αποτέλεσμα) αλλά ο θεμελιώδης σεβασμός για τους προβληματισμούς κάθε μέλους και για το ίδιο το άτομο. Όποτε εμφανίζονται πρακτικές εκφοβισμού, χλευασμού ή επιβολής η συλλογικότητα δεν λειτουργεί στη βάση της ομοφωνίας.

Στο προηγούμενο κομμάτι, “Το Πρόβλημα με την Ευγένεια”, τονίζουμε πως τα μέλη πρέπει να μπορούν να εκφράσουν το θυμό τους και άλλα δυσάρεστα ή δύσκολα συναισθήματα και απόψεις. Είναι αποδεκτό να θυμώνει ένα μέλος, να ενοχλείται ή να κάνει λάθος –οι άνθρωποι κάνουν λάθη. Η συλλογικότητα πρέπει να αντιμετωπίζει τα λάθη ως κάτι αναμενόμενο στο πλαίσιο της λειτουργίας της. Από την άλλη, όσες κάνουν κάποια “γκάφα” πρέπει να σπεύδουν να τη διορθώσουν, και έπειτα τα πράγματα να προχωρούν. Αλλά οι σκοπίμως άσχημες συμπεριφορές δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές. Τέτοια είναι μια συμπεριφορά που σχεδιάζεται για να προκαλέσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, είτε αυτό είναι το να φοβίσει ένα μέλος που διαφωνεί, είτε να αποδείξει την ορθότητα μιας άποψης, είτε να επιδείξει την “ανωτερότητα” κάποιου μέλους σε σχέση με ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν είναι, επίσης, σωστό να αναστατώνεις άλλα μέλη επειδή το βρίσκεις διασκεδαστικό.

Ακόμη και όσες από εμάς διαλέξαμε να συμμετέχουμε σε αντι-ιεραρχικές συλλογικότητες, παρόλαυτα έχουμε ζήσει σε μια κοινωνία που τοποθετεί τα άτομα σε θέσεις εξουσίας και υποταγής. Οι περισσότερες αντιλαμβανόμαστε πως ισότητα σημαίνει το να απορρίπτεις κάθε μορφή εδραιωμένης ιεραρχίας και το να μη δέχεσαι να δίνεις ή/και να εκτελείς διαταγές. όμως, μερικές φορές τα μέλη μιας συλλογικότητας δημιουργούν άτυπες ιεραρχίες επειδή δρούν και σκέφτονται με βάση τα όσα έχουν ενσωματώσει στο πλαίσιο της κυρίαρχης κουλτούρας.

Για παράδειγμα, εάν κάποια φαίνεται εξαιρετικά καταρτισμένη σε ένα ζήτημα και πρόθυμη να αναλάβει την ευθύνη του να “φαίνεται”, τότε ενίοτε της παραχωρείται μια άτυπη αρχηγική θέση. Κάτι τέτοιο συμβαίνει όχι μόνο εξαιτίας της τεμπελιάς των υπολοίπων, αλλά κυρίως χάρη στην κυρίαρχη αντίληψη -την οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ξεπεράσει κάποια που ένιωθε περήφανη όταν αρίστευε στο σχολείο και αυτό της αναγνωριζόταν- ότι τα άτομα πρέπει να απολαμβάνουν επαίνους και εκτίμηση για τα ταλέντα και τις επιτυχίες τους. Σε μια πραγματικά ισότιμη ομάδα, όλες συνεισφέρουν ανάλογα με τις ικανότητες και τη διαθεσιμότητά τους και καμιά δεν θα έπρεπε να περιμένει να εισπράξει εύσημα για όσα καταφέρνει. Η πρακτική της “λατρείας των ηρωίδων” είναι ασύμβατη με την ουσία της ομοφωνίας. Όλα τα κατορθώματα έχουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιτευχθεί και με τη βοήθεια των άλλων.

Η αφοσίωση, η οποία εκ πρώτης όψεως μοιάζει θετική αξία, δεν έχει θέση σε συλλογικότητες ισότιμων σχέσεων που πασχίζουν να είναι δίκαιες προς όλα τα μέλη τους. Το αίσθημα αφοσίωσης μας ωθεί να υπερασπιζόμαστε τον κοντινό μας άνθρωπο, ακόμη και εις βάρος κάποιας άλλης και ενώ ξέρουμε πως η “κολλητή” μας έχει άδικο. Ή να παραβλέπουμε γεγονότα και να αποφεύγουμε τη διερεύνηση ενός ζητήματος, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει πως δεν θα ξεκαθαρίσει η κατάσταση για ένα άτομο που αδίκως κατηγορείται. Η δικαιοσύνη απαιτεί να ακούμε τους πάντες και να εξετάζουμε όλες τις πιθανότητες πριν σχηματίσουμε οποιαδήποτε άποψη.

Δημιουργώντας παρίες (απόβλητες)

Μία από τις χειρότερες και πλέον κατακριτέες τάσεις που συναντάμε σε μη ιεραρχικές συλλογικότητες, είναι η δημιουργία παριών: μια μικρή ομάδα αποφασίζει ότι κάποιο άτομο είναι ανεπιθύμητο και τότε αυτό απομονώνεται για να διασυρθεί και να εκδιωχθεί*. Η πρακτική αυτή μπορεί να ξενίζει για ομάδες που υποτίθεται πως βασίζονται στην ισότητα, τον αμοιβαίο σεβασμό και την αποδοχή, αλλά συμβαίνει ιδιαίτερα συχνά. Το ζήτημα αυτό χρήζει μεγαλύτερης ανάλυσης απ’ όση θα λάβει σ’ αυτό το μικρό κεφάλαιο.

Συχνά, αυτή η διαδικασία εκδίωξης δικαιολογείται με βάση μια συγκεκριμένη αντίληψη περί “αποπομπής” . Σύμφωνα με το τυπικό αναρχικό όραμα, τα άτομα θα ζουν ή θα λειτουργούν σε μικρές ομάδες χωρίς ιεραρχία, λαμβάνοντας όλες τις αποφάσεις που αφορούν στην κοινότητα με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες (με άλλα λόγια, όλες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων και, ιδανικά, να συμφωνούν μ’ αυτές). Αν κάποια σαμποτάρει την κοινότητα ή με κάποιο τρόπο προκαλεί ή απειλεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, δεν υπάρχει ούτε αστυνομία, ούτε άλλη εξουσιαστική δομή για να χειριστεί το ζήτημα. Επομένως, ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισής της είναι, απλά και δημοκρατικά, να την διώξουν από την κοινότητα. Η πρακτική αυτή θεωρείται λιγότερο εξουσιαστική σε σχέση με τις συμβατικές μεθόδους της ποινικής δικαιοσύνης και της φυλάκισης, καθώς το άτομο είναι ελεύθερο να αναζητήσει νέα σύνδεση με άλλες κοινότητες. Το κρίσιμο σημείο που συχνά παραβλέπεται από τις σημερινές συλλογικότητες, είναι το ότι η αποπομπή προορίζεται για ακραίες, επικίνδυνες ή εγκληματικές συμπεριφορές και δεν αποτελεί μια μέθοδο για να ξεφορτωθούμε κάποια που ορισμένα μέλη βρίσκουν κουραστική ή ενοχλητική.

Είναι φυσικό να είναι οι άνθρωποι, μερικές φορές, αντιπαθητικοί ή ανάποδοι. Οι συλλογικότητες που στηρίζονται στην ισότητα πρέπει να βασίζονται στην αρχή ότι η καθεμιά έχει το δικαίωμα να είναι ο εαυτός της, άσχετα αν η συμπεριφορά της την καθιστά δημοφιλή ή όχι. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι αποδεκτή οποιαδήποτε προσβλητική συμπεριφορά. Εάν κάποια ενοχλείται θα πρέπει να το κάνει γνωστό και να ζητήσει από το άτομο που τη θίγει να αλλάξει συμπεριφορά. Κάτι τέτοιο δεν είναι σίγουρο πως θα γίνει, οπότε τα δύο αυτά μέλη πρέπει να βρουν έναν τρόπο να συνυπάρξουν. Οι ανθρώπινες σχέσεις σπανίως είναι τέλειες.
Βέβαια, αυτό που συχνά συμβαίνει είναι ότι ή το ένα ή και τα δύο μέλη θα μεγαλοποιήσουν το θέμα, εκτοξεύοντας κατηγορίες και απαιτώντας από τη συλλογικότητα να επέμβει απομακρύνοντας αυτήν που υποτίθεται πως φταίει. Δεν είναι ασυνήθιστο να αρχίσουν και οι μηχανορραφίες ώστε το ένα μέλος να κερδίσει “πλεονέκτημα” έναντι του άλλου. Ένα δύσμοιρο άτομο που δεν θα σκεφτόταν ποτέ να καταστρώσει στρατηγικές και ιδιοφυείς συνομωσίες, μπορεί ξαφνικά να ανακαλύψει πως το μισούν οι πάντες και μάλιστα χωρίς να ξέρει το γιατί. Μερικές φορές οργανώνονται μυστικές συναντήσεις, εν αγνοία της κατηγορουμένης, στις οποίες καταστρώνεται το σχέδιο εξοστρακισμού της. Συνήθως αυτό γίνεται γιατί οι παραπονούμενες παραείναι δειλές ώστε να την αντιμετωπίσουν πρόσωπο με πρόσωπο και να ζητήσουν αλλαγή της συμπεριφοράς της.

Πολλές φορές το μέλος που απομακρύνεται δεν γνωρίζει καν το σφάλμα του, ενώ πιθανώς θα ήταν διατεθειμένο να το διορθώσει αρκεί να του είχε επισημανθεί. Επίσης, συχνά μικρές ομάδες συσπειρώνονται εναντίον κάποιου μέλους επειδή είναι “αδέξιο” με τις κοινωνικές σχέσεις και αθέλητα εμφανίζεται ως αγενές ή αυταρχικό. Χρειάζεται να επισημάνουμε ότι κάτι τέτοιο δεν συνιστά λειτουργία σύμφωνη με το πνεύμα της ομοφωνίας; Μέχρι και παιδιά μπορούν να φερθούν πιο ώριμα.

Ένας ακόμη χειρότερος τρόπος για τη δημιουργία παριών εμφανίζεται όταν ένα εξουσιαστικό μέλος -ή κλίκα- προσπαθεί εσκεμμένα να μειώσει την αξιοπιστία, και τελικά να αποβάλλει, κάποια την οποία θεωρεί απειλή για την ηγεμονία του. Μερικές φορές ένα μέλος γίνεται στόχος αφού εκφράσει την αποδοκιμασία του για την εξουσία που η αυτόκλητη αρχηγική ελίτ έχει αποσπάσει από τη συλλογικότητα. Σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί απλώς να αξίωσε την τήρηση στοιχειώδους δημοκρατικής διαδικασίας. Εάν μια τέτοια επισήμανση ληφθεί σοβαρά υπόψη, υπάρχει το ενδεχόμενο η αρχηγική κλίκα να χάσει τα προνόμιά της -οπότε και υπονομεύει την κριτική που της γίνεται.

Ο ευκολότερος τρόπος για να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία κάποιας που διαφωνεί είναι να κατηγορηθεί για προσωπική εμπάθεια εναντίον του μέλους που κατακρίνει. Αυτή που δέχεται την κριτική μπορεί έπειτα να ρίξει το δόλωμα στη διαφωνούσα με προσωπικές προσβολές και αν εκείνη απαντήσει καλόβουλα αλλά εκνευρισμένα, ο “Μακιαβέλι” μας θα έχει αποδείξει αυτό που θέλει: “Βλέπετε; Θέλει απλώς να με εκδικηθεί και για αυτό γίνονται όλα!”.

Δεν υπάρχει ποτέ λάθος στιγμή για να αμφισβητηθούν οι πράξεις κάποιας, όταν αυτές συνδέονται με την ακεραιότητα της διαδικασίας στη συλλογικότητα. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο είναι υποχρέωση κάθε μέλους όταν νοιώθει πως η κατάσταση το απαιτεί. Δυστυχώς, λίγοι άνθρωποι το κάνουν. Είναι ευκολότερο να μην εκτίθεσαι και να μην παίρνεις θέση για αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό. Μπορούν ακόμη και να συναινέσουν στην καταδίκη μιας διαφωνούσας, μόνο και μόνο για να μη “στριμωχτούν”. Μπορούν επίσης εύκολα να συμφωνήσουν ότι αυτή που κάνει τη φασαρία δεν θέτει κάποιο πραγματικό ζήτημα αλλά επιχειρεί μονάχα προσωπικές επιθέσεις. Η ομοφωνία δεν λειτουργεί σε τέτοιο κλίμα. Είναι πιθανό, όποια προσπαθήσει να ταράξει τα νερά υπό τέτοιες συνθήκες να βρεθεί έξω απ’ την πόρτα.

Αποτελεί υποχρέωση για τα μέλη μιας συλλογικότητας να ακούν προσεκτικά και να εξετάζουν κάθε ζήτημα που τίθεται, καθώς και να λαμβάνουν υπόψη τους όλες τις πλευρές. Τα μέλη πρέπει να θεωρούν πως κάθε ανησυχία έχει σοβαρή βάση και να την εξετάζουν ως τέτοια. Ειδικά όταν αφορά στην αποδοκιμασία κάποιου άλλου μέλους, όλες στην συλλογικότητα πρέπει να προσπαθούν να φτάσουν στην ουσία του ζητήματος χωρίς να βγάλουν βιαστικά συμπεράσματα. Ρώτα. Ερεύνησε. Ψάξε για πιθανά κίνητρα, ώστε να μπορέσεις να ανακαλύψεις την αλήθεια. Αυτό δεν γίνεται σχεδόν ποτέ. Τα άτομα είναι συνήθως ευχαριστημένα με το να ακολουθούν το ρεύμα και πολύ δύσκολα μετακινούνται από τη θέση που διάλεξαν.

Σε περιπτώσεις ιδιαιτέρως άσχημων ή εκβιαστικών συμπεριφορών, η συλλογικότητα πρέπει κανονικά να αντιμετωπίζει την κατάσταση (παρ’ όλο που κάτι τέτοιο δεν σημαίνει απαραίτητα την αποπομπή του μέλους που είχε τις παραπάνω συμπεριφορές). Σπανίως, βέβαια, μια ομάδα υπερασπίζεται ένα από τα μέλη της που αδικήθηκε. Όσο η ομαδική καταδίκη συνίσταται στο “ξεφόρτωμα” οποιουδήποτε μη δημοφιλούς ατόμου -ειδικά μέσω e-mail ή χωρίς να έχει ακούσει όσα το αφορούν- τόσο οι άνθρωποι πολύ εύκολα ακολουθούν. Όταν, όμως, ένα κυριαρχικό μέλος που το παίζει τσαμπουκάς, πρέπει να αντιμετωπιστεί στα ίσια, τότε όλες εξαφανίζονται. Ακόμη και εάν, ως τότε, αυτό το μέλος γενικά αναγνωρίζεται ως εξουσιαστικό, μόλις κάποια αναζητήσει υποστήριξη για να εγείρει το ζήτημα, ξαφνικά καμιά από τις υπόλοιπες δεν μπορεί να θυμηθεί να είχε πρόβλημα μαζί του.

Πολύ συχνά, συμβαίνουν περιπτώσεις «άσχημων» αποβολών επειδή η συλλογικότητα δεν έχει καθορισμένο πλαίσιο για την αντιμετώπιση διαφωνιών και διενέξεων. Όταν λείπει μια τέτοια διαδικασία ή μια συνέλευση στην οποία οι διαφορές μπορούν ανοιχτά να συζητηθούν, οι μόνες επιλογές για την ομάδα είναι ή το να σέρνεται με έναν αδόμητο και ακαθόριστο τρόπο σε μια κατάσταση όπου όλες καταπίνουν τους προβληματισμούς τους και υπομένουν σιωπηλά κάθε προσβολή, ή το να απομακρύνεται βίαια όποια επισημαίνει κάποιο πρόβλημα. Σε τέτοιες συνθήκες η υπόσχεση μιας περιεκτικής και ανοιχτής συναίνεσης, εγγενής υποτίθεται σε ομάδες που βασίζονται στην ομοφωνία, υπονομεύεται και περιορίζεται σε εκφράσεις του τύπου “ή σκάσε ή πάρε δρόμο”.

Παρόλα αυτά, κάποιες φορές, ακόμη και εάν φαίνεται πως υπάρχουν επαρκείς κανόνες και διαδικασίες, αυτοί μπορεί να αγνοηθούν ή/και να αχρηστευθούν. Ιδιαίτερα σε ολιγομελείς ομάδες δεν είναι σπάνιο οι κανόνες να αγνοούνται απροκάλυπτα, καθώς τα μέλη αποφασίζουν πως αυτές οι ρυθμίσεις δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από τεχνικές κοινοτοπίες. Έτσι, παρά τους κανόνες, αυτή που έχει δυσφημιστεί ή εκδιωχθεί δεν έχει πολλά περιθώρια αντίδρασης όταν η μικρή κλίκα που αυτοαποκαλείται συλλογικότητα, στραφεί εναντίον της. Σχεδόν αναπόφευκτα θα καταλήξει να εγκαταλείψει τον αγώνα, καθώς δεν αξίζει να ασχολείται με κανόνες που όλες αγνοούν, απλώς για να παραμείνει ανάμεσα σε άτομα που προφανώς δεν τη θέλουν μαζί τους.

Οι καθιερωμένοι κανόνες μπορούν, επίσης εύκολα, να υπονομευθούν μέσω κοινών τεχνικών χειραγώγησης, όπως περιγράψαμε σε άλλα κεφάλαια. Μια ομάδα μπορεί να προτίθεται να ακολουθήσει με ειλικρίνεια τις συμφωνημένες διαδικασίες διερεύνησης προστριβών ή να παρέχει την αναμενόμενη διαδικασία, αλλά αυτά αποδεικνύονται άχρηστα, όταν όλη η ομάδα έχει προκαταβολικά πειστεί για την ενοχή του ατόμου που κατηγορείται. Ακατάσχετα όργια καταρράκωσης υπολήψεων και διασποράς φημών μπορούν ψυχολογικά να εκμηδενίσουν πολλές “δίκαιες δίκες” προτού ακόμη αρχίσουν.

Κατά τραγική ειρωνεία, πολλά άτομα χρησιμοποιούν την πίστη στον αναρχισμό, ως δικαιολογία για να αγνοούν σκανδαλωδώς κανόνες που σχεδιάστηκαν για να εξασφαλίζουν τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Όσες παραβιάζουν τέτοιους κανόνες, μπορούν να υπερασπίζονται τις πράξεις τους λέγοντας πως δεν πρέπει να ακολουθούν πάντα το “νόμο”, ακριβώς επειδή πιστεύουν στην αναρχία. Παρ’ όλα αυτά, ενώ μπορεί να είναι αλήθεια πως οι αναρχικοί και οι αναρχικές διατηρούν το δικαίωμα να απορρίπτουν άδικους -ή προερχόμενους από ένα άδικο σύστημα- νόμους, είναι εξίσου αλήθεια ότι οφείλουν ταυτόχρονα να κινούνται προς μια συλλογική κατανόηση των βασικών δημοκρατικών αρχών.

Οι κανόνες μπορούν να είναι πολύ σημαντικοί, όχι απλώς επειδή είναι οι κανόνες, αλλά επειδή μπορούν να λειτουργήσουν ως άξονες-οδηγοί για την κατάκτηση της δημοκρατίας. Οι άξονες αυτοί αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμοι σε δύσκολες ή πολύπλοκες αντιπαραθέσεις όταν τα άτομα πολύ πιο εύκολα μπερδεύονται ή παρασύρονται, ξεχνώντας τις πλέον βασικές αρχές ή ακόμη και την κοινή λογική.

Προειδοποιητικά Σημάδια και Επικίνδυνες Συμπεριφορές

Τα παρακάτω αποτελούν έναν κατάλογο συμπεριφορών (σε καμία περίπτωση πλήρη) που θα έπρεπε να προειδοποιούν τα μέλη της συλλογικότητας ότι χρειάζεται να επανεξετάσουν τη δυναμική της ομάδας ώστε να εξασφαλίζεται η ισότιμη συμμετοχή (και να “γειώνονται” τα εγωκεντρικά μέλη ή/και όσα το παίζουν ντίβες).

Ομαδικές συμπεριφορές

Οι συναντήσεις παρακολουθούνται από λίγα άτομα και εκείνα που παρευρίσκονται είναι βαρύθυμα και βαριεστημένα, αφήνοντας μια αυτόκλητη αρχηγό να θέτει την ημερήσια διάταξη και να μιλάει την περισσότερη ώρα. Αυτό είναι ένα βέβαιο σημάδι ότι ο κόσμος έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής συνεισφοράς.
Δεν γίνονται συναντήσεις για πολλούς μήνες ή και καθόλου, λόγω της έλλειψης ενδιαφέροντος. (Σημείωση: μερικές ομάδες συγκεντρώνονται σε τακτική βάση για να δουλέψουν διάφορα σχέδια. Αυτές οι συναντήσεις μπορούν να θεωρηθούν άτυπες εάν αποφάσεις και ζητήματα συζητούνται κατά τη διάρκεια της εργασίας. Αυτό δεν πειράζει γιατί δεν σηματοδοτεί έλλειψη συμμετοχής.).
Ένα άτομο ή μια κλίκα δυσφημεί τις συνελεύσεις (είναι βαρετές, παίρνουν πάρα πολύ χρόνο, οι άνθρωποι έχουν καλύτερα πράγματα να κάνουν, οι συνελεύσεις είναι για όσους ενδιαφέρονται μόνο για τις διαδικασίες και όχι για να γίνονται πράγματα κλπ.) έτσι ώστε γίνονται σπάνια, εσπευσμένα, ή με μικρή συμμετοχή. Η συνέπεια είναι ότι μία μικρή ομάδα ή ένα άτομο μπορεί να λάβει αποφάσεις χωρίς να πρέπει να ερωτηθεί οποιαδήποτε άλλη.
Κάποιες συμμετέχουν στις διαδικασίες με το φόβο μήπως αναστατώσουν την «αρχηγό». Κάποιες επιπλήττουν άλλες επειδή αναστάτωσαν την “αρχηγό”.
Κάποιο άτομο ή μια μικρή ομάδα χλευάζει την ιδέα της χρήσης μιας συντονίστριας ή μιας συμφωνημένης διαδικασίας, υπονοώντας ότι “η ομάδα μας” δεν τα χρειάζεται πλέον αυτά.
Αβάσιμες φήμες και κουτσομπολιά, ειδικά αυτά που επιτίθενται σε κάποια αποκαλώντας την ρατσίστρια ή σεξίστρια (χαρακτηρισμοί που είναι δύσκολο να αποκρούσει κάποια) ή “μη συνεργάσιμη”, “παράλογη”, “αποδιοργανωτική” (ασαφείς κατηγορίες, δύσκολο τόσο να αποδειχθούν όσο και να απορριφθούν).
Μια συνεχής εκστρατεία δυσφήμισης κάποιου μέλους, με κατηγορίες όπως “κλέφτρα”, “ψεύτρα” και “ελεγχομανής” πετιούνται χωρίς αιτιολόγηση ή στο πλαίσιο μιας καθαρής σκευωρίας (π.χ. ένα πρόσωπο που δανείζεται ή χάνει κάτι χαρακτηρίζεται κλέφτρα και ζητείται η αποπομπή του).
Κυκλοφορεί μια λίστα που συγκεντρώνει υπογραφές από τα μέλη, με σκοπό να δυσφημίσει κάποιο άλλο μέλος της ομάδας. Άτομα που υπογράφουν χωρίς οποιαδήποτε άμεση γνώση των κατηγοριών (συχνά με την πρόθεση να φανούν χρήσιμα: “Δεν θέλω το τάδε πρόσωπο να καταστρέψει την ομάδα!”, ή για να αποφύγουν να θυμώσουν τις κατηγόρους και να είναι οι ίδιες τα θύματα της επόμενης τέτοιας κίνησης).
Συνεχές “θάψιμο” ατόμων που συνδέονταν στο παρελθόν με την ομάδα, ακόμη και σε ένα φαινομενικά χιουμοριστικό πλαίσιο.
Πρακτικές αποκλεισμού καινούριων ζητημάτων όταν υπάρχει πρόβλημα που απασχολεί τη συλλογικότητα.

Ατομικές συμπεριφορές

Κάποιο μέλος:

Υποκρίνεται την εξοργισμένη επειδή θεωρεί ότι κάποια σπαταλάει το χρόνο της ομάδας με κοινοτοπίες.
Συντρίβει τις διαφωνίες κατασκευάζοντας προφάσεις που αποσπούν την προσοχή ή παραπλανούν.
Προσπαθεί να δημιουργήσει μια διαμάχη δυσφημώντας συνεχώς κάποιες πίσω από την πλάτη τους ή με το να τους επιτίθεται φραστικά (για παράδειγμα: κάποια που εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να παραπονεθεί πάντα για το ίδιο πρόσωπο υποστηρίζοντας ότι: η τάδε είναι “πεσιματίας” (!)/παρενοχλεί σεξουαλικά /είναι σεξίστρια /τρελή/τα έχει βάλει μαζί μου, κλπ).
Χρησιμοποιεί τον άμεσο εκφοβισμό με διάφορους τρόπους, όπως το να κοιτάζει επίμονα κάτω, να φωνάζει, θεατρινισμούς ή συμπεριφορά του τύπου “μόλις που συγκρατώ την οργή μου”.
Παριστάνει την πληγωμένη ή το θύμα μιας κατάστασης ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτή που επιτίθεται.
Παριστάνει την πληγωμένη ή την εξοργισμένη όποτε κάποιο μέλος υποβάλλει ένα λογικό αίτημα, όπως το να ζητήσει την ευθύνη για μία δαπάνη (ένα επιπλέον σημείο προσοχής: το άτομο αυτό θεωρεί τον εαυτό της τόσο υπεράνω των κανόνων ώστε να οικειοποιείται τα χρήματα του ταμείου της συλλογικότητας ή άλλους πόρους.
Καθιστά τον εαυτό της αναντικατάστατο με το να μην επιτρέπει σε κανένα μέλος να βοηθήσει ή να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που θα χρειάζονταν προκειμένου να βοηθήσει.
Προτείνει (ή επιμένει!) να παραμεριστούν θεμελιώδεις αρχές της συλλογικότητας έτσι ώστε να αντιμετωπιστεί μια κρίση (ή άλλες σημαντικές ανεπάρκειες, όπως η έλλειψη οικονομικών πόρων).
Δεν έχει καθόλου υπομονή με τις θεμελιώδεις αρχές της συλλογικότητας (υπονοώντας ότι αυτές, ή τα ιδανικά γενικώς, είναι παιδαριώδη).
Απολαμβάνει τις λογομαχίες με όσες έχουν λιγότερες γνώσεις ή είναι πιο ευάλωτες, μόνο και μόνο για την ευχαρίστηση του να τις συντρίβει.
Δείχνει περιφρόνηση για τις ιδέες των άλλων ή για το δικαίωμά τους να τις εκφράσουν (π.χ. χλευάζοντας, γελοιοποιώντας, υποτιμώντας). Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την ειλικρινή συζήτηση στην οποία μπορεί να δημιουργηθούν αναμενόμενες εντάσεις. Η περιφρόνηση φέρνει μόνο τη σιωπή.
Προκαλεί το φόβο με σκοπό να ελέγχει καταστάσεις, εκφράζοντας οργή με θεατρινίστικους τρόπους για ασήμαντες αφορμές (π.χ. μια ομάδα δεν τακτοποίησε τις καρέκλες μετά από τη συνέλευση, τα άτομα που εργάζονται για κάποιο πρότζεκτ δεν τηλεφώνησαν πριν έρθουν στο χώρο, κλπ).
Προκαλεί το φόβο και ελέγχει τα πράγματα προβλέποντας καταστροφικές συνέπειες. Τα άτομα που ανησυχούν ή αντιλαμβάνονται μια επικείμενη κρίση είναι πιο πιθανό να ενδώσουν στη χειραγώγηση.
Δημιουργεί και διαδίδει καταστροφολογικά σενάρια και ταυτόχρονα παρουσιάζει τον εαυτό της ως την “από μηχανής θεά”.
Παρανοεί και αποδίδει φαύλα και ύπουλα κίνητρα στις εμφανώς αθώες ή χωρίς πρόθεση ενέργειες κάποιου προσώπου. Η επίθεση προς τις άλλες είναι συχνά ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να αποφύγει να λογοδοτήσει για τη δική της συμπεριφορά (π.χ. κάποιο μέλος που δανείζεται χωρίς να ρωτήσει το κατάλληλο άτομο είναι “κλέφτρα” και πρέπει να διωχθεί, κάποιο μέλος που υιοθετεί ένα σκυλί και το φέρνει στο χώρο “νομίζει ότι ο χώρος της ομάδας είναι το ιδιωτικό του σπίτι”, κλπ).
Προβλέπει τις εξελίξεις έτσι ώστε να εξυπηρετούν τους στόχους της (για παράδειγμα: δηλώνει επανειλημμένα ότι η γειτονιά γίνεται όλο και λιγότερο ανεκτική απέναντι στη συλλογικότητα εξαιτίας των πανκ-ροκ συναυλιών).
Επιδεικνύει τις γνώσεις της (π.χ. για τον αναρχισμό, τον κολεκτιβισμό, τον ριζοσπαστισμό) για να δημιουργήσει την εικόνα του ατόμου που όλες οι άλλες πρέπει να συμβουλεύονται σχετικά με το πώς να προχωρήσουν.

[via] osarena.net

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
berita unik