Προσαρμοσμένη Αναζήτηση

Πως η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία γύρισε το παιχνίδι στο Αιγαίο







Από τη δεκαετία του 1960 μέχρι και σήμερα, ένα από τα μέσα που η Τουρκία χρησιμοποιεί για να προωθήσει την πολιτική αναθεωρητισμού της στο Αιγαίο είναι και η πολεμική της αεροπορία. Από την πλευρά της, η Ελλάδα εμποδίζει αποτελεσματικά τους σχεδιασμούς της γείτονος διαθέτοντας ισχυρές και σύγχρονες αεροπορικές δυνάμεις. Έτσι, η εναέρια κυριαρχία πάνω από το Αιγαίο ανήκει στην Ελλάδα παρά τις προσπάθειες που καταβάλει η Τουρκία.

Γράφει ο Κωνσταντίνος Λαγός

Καθώς τα μαχητικά αεροσκάφη αποτελούν την αιχμή του δόρατος κάθε πολεμικής αεροπορίας θα ήταν χρήσιμο να δούμε πως διαμορφώθηκε τις τελευταίες έξι δεκαετίες η ισορροπία στη δύναμη μαχητικών Ελλάδας-Τουρκίας. Ο περιορισμένος χώρος δεν επιτρέπει την παράθεση αναλυτικών αριθμών μαχητικών αλλά το γενικό πλαίσιο αυτής της “σχέσης” μεταξύ των δύο αεροποριών.

Το 1952 η Ελλάδα και η Τουρκία εισήλθαν στο ΝΑΤΟ και ξεκίνησε ο εξοπλισμός τους με σύγχρονα οπλικά συστήματα κυρίως από τις ΗΠΑ. Τρία χρόνια αργότερα η Ελλάδα διέθετε περίπου 200 μαχητικά αεριωθούμενα ενώ η Τουρκία σχεδόν τριπλάσιο αριθμό. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, οι πολεμικές αεροπορίες των δύο χωρών ενισχύονταν με μαχητικά (κυρίως F-84G, F-84E και F-86) που παραχωρούσαν άλλα μέλη του ΝΑΤΟ.


Το 1964, στη διάρκεια ελληνοτουρκικής κρίσης με αφορμή την Κύπρο, τουρκικά μαχητικά βομβάρδισαν θέσεις Ελληνοκυπρίων καθώς και την ελληνική ακταιωρό “Φαέθων” με πολλά θύματα. Τα γεγονότα αυτά έδειξαν καθαρά ότι ο κίνδυνος για την Ελλάδα δεν προερχόταν τόσο από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, όσο από τη “σύμμαχο” Τουρκία. Μάλιστα, η δράση της τουρκικής αεροπορίας στην Κύπρο εγκαινίαζε τη χρήση της ως εργαλείο άσκησης πολιτικής από μέρους της Τουρκίας.
Δεκαετία 1960: Οι Τούρκοι έχουν το πάνω χέρι

Η απειλή γινόταν ακόμη πιο σοβαρή καθώς η Τουρκία, διέθετε ήδη από το 1963, τα πρώτα αεροσκάφη της δεύτερης φάσης της 1ης γενιάς μαχητικών που έπιαναν ταχύτητες 2 machi, δηλαδή τα πρώτα υπερηχητικά (τύπων F-104G και F5), κάτι που δεν ίσχυε για την Ελλάδα. Τα συγκεκριμένα μαχητικά μπορεί να μη χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της Κύπρου το 1964, αλλά αύξαναν κατακόρυφα την απειλή εναντίον της Μεγαλονήσου και της Ελλάδας. Η προμήθεια της Τουρκίας με υπερηχητικά και άλλα μαχητικά (κυρίως F-100) συνεχίστηκε αδιάκοπα και το δεύτερο μισό το ’60.

Άφιξη το 1964 του πρώτου υπερηχητικού αεριωθούμενου μαχητικού της ελληνικής αεροπορίας (τύπου F-104G).
Οι ελληνοτουρκικές κρίσεις της δεκαετίας του 1960 κατέδειξαν ότι η ελληνική αεροπορία δεν ήταν σε θέση να επιχειρήσει στην Κύπρο, αλλά και ότι στην περίπτωση σύρραξης στο Αιγαίο, η τουρκική αεροπορία θα είχε το πάνω χέρι. Στο πλαίσιο αυτό, το 1964 έχουμε την πρώτη σοβαρή αναβάθμιση της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας (τότε ΕΒΑ) από τις αρχές του ’50 με την παραλαβή των πρώτων υπερηχητικών μαχητικών αεροσκαφών της, τύπου F-104G (το 1965 παρελήφθησαν και F-5A).


Όμως, οι Τούρκοι συνέχιζαν να υπερτερούν όσον αφορά τα μαχητικά αεροσκάφη. Μία λύση που προτάθηκε για την ελληνική αεροπορία ήταν η απόκτηση μαχητικών δεύτερης γενιάς που η τουρκική αεροπορία δεν διέθετε τότε. Τα μαχητικά αυτά προσέφεραν πολύ μεγαλύτερες επιχειρησιακές δυνατότητες σε σχέση με τα παλαιότερα μαχητικά, ακόμη και από τα υπερηχητικά που είχε μόλις αποκτήσει η Τουρκία. Έτσι, το 1965, έγινε κρούση από ελληνικής πλευράς στις ΗΠΑ για την απόκτηση υπερσύγχρονων μαχητικών McDonnell Douglas F-4E Phantom II. Όμως η αγορά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους.
Η Χούντα ξαναχτυπά την πόρτα των ΗΠΑ

Τον Νοέμβριο του 1967, όταν την εξουσία στην Ελλάδα ανέλαβε η Χούντα των Συνταγματαρχών, έλαβε χώρα νέα σοβαρή κρίση με την Τουρκία με αφορμή την Κύπρο. To 1971, η δικτατορία προώθησε στις ΗΠΑ επίσημο αίτημα για απόκτηση F-4Ε με τη δέσμευση ότι η αγορά θα γινόταν εξολοκλήρου με την καταβολή εθνικών κονδυλίων. Αυτή τη φορά οι Αμερικανοί συμφώνησαν και έτσι το 1972 υπογράφηκε σύμβαση βάσει της οποίας η Ελλάδα θα αποκτούσε τα πρώτα της Phantom.

Στις αρχές του 1974 όμως, το νέο δικτατορικό καθεστώς του Ιωαννίδη παρήγγειλε από τη Γαλλία Mirage F-1C τα οποία σημειώνουμε ότι τα είχε απορρίψει ο Παπαδόπουλος. Από τις δε ΗΠΑ, ο Ιωαννίδης παρήγγειλε A-7E Corsair. Οι δύο αυτές αγορές αυτές σχετίζονταν με το γεγονός ότι εκείνη την εποχή η Τουρκία για πρώτη φορά δεν αναγνώρισε το νομικό καθεστώς στο Αιγαίο και απειλούσε να ξεκινήσει έρευνες εκεί για πετρέλαιο.


Τα πρώτα μαχητικά αεροσκάφη δεύτερης γενιάς (τύπου F-4) έφθασαν στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1974. Έτσι η Πολεμική Αεροπορία απέκτησε νέες δυνατότητες, κάτι που θα θωράκιζε το Αιγαίο έναντι της Τουρκίας και θα απειλούσε σοβαρά τυχόν εισβολή της στην Κύπρο.
Αδυναμία Αεροπορίας στην τουρκική εισβολή

Όμως, αυτή η τεχνολογική υπεροχή της Πολεμικής Αεροπορίας δεν βοήθησε την Κύπρο καθώς στις 20 Ιουλίου 1974 διέθετε μόνο τμήμα των νέων αεροσκαφών που είχαν παραγγελθεί. Επρόκειτο για μία μοίρα F-4 που ήταν σε θέση να πάρει μέρος σε επιχειρήσεις, αν και τα στελέχη της δεν είχαν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους. Δυστυχώς, η συγκρότηση της δεύτερης μοίρας F-4 και η παραλαβή των Α-7 Corsair και Mirage F-1CG συνέβησαν μετά τον “Αττίλα” συγκροτήθηκε

Αντίθετα με τη γενική εντύπωση που υπάρχει σήμερα, τον Ιούλιο του 1974 διέθετε και η Τουρκία τα πρώτα της F-4E που όμως δεν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της Κύπρου καθώς δεν ήταν έτοιμα επιχειρησιακά. Για τον “Αττίλα” οι Τούρκοι έκαναν χρήση κυρίως F-100 που είχαν αρκετές απώλειες, δυσανάλογα μεγάλες σε σχέση με την αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου.


Το 1974, η Πολεμική Αεροπορία διέθετε 290 μαχητικά έναντι 520 της τουρκικής και μειονεκτούσε και σε άλλους κρίσιμους τομείς. Παρά ταύτα, η κυπριακή τραγωδία επισκίασε το γεγονός ότι όσον αφορά το Αιγαίο, κατάφερε να κρατήσει την ισορροπία έναντι της τουρκικής και λειτούργησε αποτρεπτικά σε οποιαδήποτε επιβουλή οι Τούρκοι είχαν εκεί.

Δράση της τουρκικής αεροπορίας στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Σχέδιο της 6χρονης Φροσούλας Παπαπέτρου.
Οι Έλληνες χειριστές δεν απώλεσαν τον έλεγχο του Αιγαίου ακόμη και τις πιο σκοτεινές ημέρες του καλοκαιριού του 1974. Ενώ οι Τούρκοι αποβιβάζονταν στην Κύπρο, η Πολεμική Αεροπορία εκτέλεσε πλήθος αναχαιτίσεων στο Αιγαίο και πραγματοποίησε τη ριψοκίνδυνη αποστολή 12 μεταγωγικών NORD 2501 Noratlas με την Α’ Μοίρα Καταδρομών στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Δεκαετία ’70: Η Ελληνική Αεροπορία παίρνει κεφάλι

Μετά το 1974, έγινε κατανοητό στην Ελλάδα ότι η Πολεμική Αεροπορία θα έπρεπε να είναι ο βασικός πυλώνας αποτροπής των τουρκικών σχεδιασμών στο Αιγαίο. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα αξιοποιήθηκαν τα πλεονεκτήματα από τις αγορές των μαχητικών δεύτερης γενιάς.

Όσον αφορά την τουρκική Πολεμική Αεροπορία, μετά το 1974 αυτή υπέστη σοβαρές συνέπειες εξαιτίας του αμερικανικού εμπάργκο που ίσχυσε για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Σταμάτησε η παραλαβή Phantom και ανταλλακτικών των υπόλοιπων αεροσκαφών αμερικανικού τύπου που διέθεταν οι Τούρκοι.
Ελληνικά F-16

Έτσι προσπάθησαν να καλύψουν τις ελλείψεις εισάγοντας μεταχειρισμένα μαχητικά από άλλα κράτη εκτός ΗΠΑ και αρκετά τύπου Aeritalia F-104S. Αυτά, όμως, αποδείχτηκαν κατώτερα από τα 2ης γενιάς ελληνικά μαχητικά και ιδιαίτερα τα Mirage που κυριαρχούσαν τώρα στις αναχαιτίσεις πάνω από το Αιγαίο.

Στα τέλη του ’70, οι Έλληνες χειριστές είχαν σαφές πλεονέκτημα σε σχέση με τους Τούρκους αλλά αντιμετώπιζαν και πολλά προβλήματα εξαιτίας των διαφορετικών τύπων μαχητικών πρώτης και δεύτερης γενιάς με τα οποία επιχειρούσαν. Η αναβάθμιση της Πολεμική Αεροπορίας θα έπρεπε να γίνει με την αντικατάσταση όλων των παλαιών τύπων με νέους, 3ης γενιάς.


Για τον λόγο αυτό, ξεκίνησαν ενέργειες για αγορά νέων μαχητικών και το 1985 υπογράφηκε σύμβαση για την αγορά Mirage 2000 και στις αρχές του 1987 για F-16 («Αγορά του Αιώνα»). Λίγο πριν η Πολεμική Αεροπορία αποκτήσει τα πρώτα μαχητικά της 3ης γενιάς, το Μάρτιο του 1987, ξέσπασε η σοβαρότερη ελληνοτουρκική κρίση μετά το 1974.

Το 1988 παρελήφθησαν τα Mirage 2000 και ένα χρόνο αργότερα, τα F-16C/D Blοck30. Από τότε μέχρι και το 2010, ο στόλος μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας ενισχύθηκε με σύγχρονα αεροσκάφη F-16C/D Block50, F-16C/D Block52 και F-16C/D Block50+Advanced.
Ισορροπία και πλεονέκτημα

Πρόσφατα ξεκίνησε η αναβάθμιση των F-16 σε Viper που θα δώσει στα αεροσκάφη αυτά ορισμένα πλεονεκτήματα μαχητικών 5ης γενιάς. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες οι Τούρκοι διαθέτουν μαχητικά κυρίως F-16 διαφόρων παραλλαγών, ίδια με αυτά της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Η αγορά μαχητικών 5ης γενιάς F-35 από τους Τούρκους έχει πάει οριστικά στις ελληνικές καλένδες, κάτι που σημαίνει ότι στο άμεσο μέλλον η αεροπορία τους θα βασίζεται σε αναβαθμίσεις των F-16, όπως ακριβώς συμβαίνει με την ΠΑ.

Τη δεκαετία του ’60 η τουρκική αεροπορία είχε σαφές πλεονέκτημα έναντι της ελληνικής όσον αφορά τα μαχητικά αεροσκάφη. Όμως από τη δεκαετία του ’70 και μετά, η ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας με σύγχρονα μαχητικά είχε σαν αποτέλεσμα να επέλθει ισορροπία μεταξύ των δύο αεροποριών, κάτι που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Η Ελλάδα έχει έτσι το πλεονέκτημα αφού για να κυριαρχήσει ο επιτιθέμενος στον αέρα θα πρέπει να έχει σημαντική διαφορά –αριθμητική και τεχνολογική– από τον αμυνόμενο. Επιπλέον, η χώρα μας διαθέτει και πολλά άλλα πλεονεκτήματα -αντιαεροπορική άμυνα, χερσαίες και ναυτικές δυνάμεις κ.ά.- που σε συνδυασμό με την Πολεμική Αεροπορία ενεργούν αποτρεπτικά σε οποιαδήποτε επιβολή της Τουρκίας στο Αιγαίο.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε στο Ενημερωτικό Δελτίο μας: