Πεπρωμένο και ελευθερία στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία

Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ένας λαός πολύμορφος – μακριά από την σιγή και τη γαλήνη της Ανατολής, ψηλαφούσαν, ανάμεσα στο εκτυφλωτικό ελληνικό φως της ζωής, από το μαγνήτη του μυστηριακού ως το κρύσταλλο του φιλοσοφικού και από την αναρώτηση για την αρχή του κόσμου ως τη βαθιά αγωνία για τον άνθρωπο, για την Αρμονία των αντιθέτων. Eίναι μονάχα μέσα από τρομαχτικές συγκρούσεις και απρόσμενα κατορθώματα, που οι ελληνικές πόλεις-κράτη πρόσφεραν το πολύχρωμο μωσαϊκό πάνω στο οποίο χτίστηκε ο δυτικός πολιτισμός. Έτσι είναι δύσκολο κανείς να πιάσει, με μια σύντομη ματιά στις αρχέγονες έννοιες της Αδράστειας και της Ανάγκης, τις κλασσικές Μοίρες, την Θέμιν του Δία και την ελληνιστική Ειμαρμένη, το νόημα που δίνουν οι Έλληνες στο Πεπρωμένο… ποιοι από όλους τους Έλληνες στη Μεσόγειο και σε ποια εποχή από τις χιλιάδες χρόνων; Έτσι λοιπόν η θέση του ανθρώπου στο κοσμικό σχέδιο θα ανιχνευτεί εδώ μόνο σε μια από τις ιδιαίτερες πνευματικές μορφές που χάρισε στον κόσμο η ελληνική σκέψη: το δράμα. Γεννημένη από την τελετουργική αναπαράσταση των παθών του Διονύσου, η κλασσική τραγωδία αναπτύσσεται μέσα από την προβολή ηρωικών προτύπων δράσης, τη φιλοσοφική διερεύνηση για την ανθρώπινη μοίρα και φυσικά τη λυτρωτική διαδικασία της διονυσιακής κάθαρσης, όπου ο θεατής, ταυτιζόμενος με τη σκέψη και τα πάθη των ηρώων, φτάνει στην απελευθέρωση από τον πόνο με την αποκατάσταση μέσα του της πίστης στη δικαιοσύνη και την ισορροπία στον κόσμο. Οι Έλληνες πιστεύουν στο πεπρωμένο, μα και σε μια ιδέα συχνά συγκρουόμενη με αυτό: στο νου, τη φλογερή κληρονομιά του Προμηθέα. Ο άνθρωπος είναι ένα ον δεσμευμένο από τη μοίρα, που όμως του δόθηκε, ευλογία και κατάρα, η ελεύθερη βούληση και σκέψη, η διάκριση και έτσι η ευθύνη για τα δικά του λάθη, που θα τον οδηγήσει στο δικό του δρόμο εξέλιξης. (Livraga, 77) Το ανθρώπινο πεπρωμένο στην κλασική τραγωδία μπορεί να αποτυπωθεί στο σχήμα: ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις. Για τους Έλληνες, ο άνθρωπος είναι το πλάσμα που, κοιτώντας ψηλά, σκοντάφτει στο βάδισμα του. Το πιο συχνό σφάλμα του είναι η αλαζονεία: το να συμπεριφερθεί κανείς με βίαιο και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο. Στη συνέχεια έρχεται και η τυφλότητα τού να μην παραδέχεται το λάθος του και εν τέλει η παρέμβαση της θείας δίκης, που επιφέρει την τραγική πτώση του ήρωα. Πώς μπορεί όμως να λυτρωθεί κανείς από αυτό το σφάλμα; Σύμφωνα με τον Schiller (Ober das Erhabene, 1801), μέσα από αυτή την τραγική σύγκρουση είναι που προκύπτει το «Υψηλό», το ανθρώπινο μεγαλείο: ο άνθρωπος, δέσμιος της μοίρας του, συγκρούεται με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης, σφάλλει, υποφέρει, αλλά τελικά, ακόμα και αν περνά από τη συντριβή και το θάνατο, νικά ηθικά, μαθαίνει μέσα από τον πόνο, δικαιώνεται και διευρύνει σταδιακά τα όρια της ύπαρξής του. Αυτή είναι η λύτρωση, η κάθαρσή του. Το σφάλμα του Οιδίποδα Για παράδειγμα, ένας γνωστός θεματικός κύκλος της τραγωδίας, ο θηβαϊκός κύκλος, η ιστορία του Οιδίποδα και των απογόνων του, αξιοποιήθηκε από έναν από τους μεγάλους τραγικούς, τον Σοφοκλή, σε 3 από τα 7 σωζόμενα έργα του (Οιδίπους Τύρρανος, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αντιγόνη), για να μιλήσει για την αγωνία και τον πόνο του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του, την εθελοτυφλία και την αλαζονεία της εξουσίας, τη σύγκρουση των ανθρώπινων και των αιώνιων νόμων, την ελευθερία. Ο Οιδίποδας θεωρείται από τους μελετητές ίσως ο πιο τραγικός από όλους τους ήρωες. Η συγκριτική μελέτη του ανθρωπολόγου Cl. Levis-Strauss οδηγεί στο ότι ο «αυτός με τα πρησμένα πόδια» δεν είναι παρά ένα σύμβολο του ανθρώπου, που βαδίζει ατελώς πάνω στη γη. Τα λάθη του, όσες προσπάθειες κι αν γίνουν για να αποφευχθούν, όσο κι αν η σοφία και η τόλμη του λύνουν το αίνιγμα της Σφίγγας, είναι γραμμένο να συμβούν. Ποια είναι λοιπόν η ύβρις του Οιδίποδα; Στο «Οιδίπους Τύρρανος», ο ίδιος καλείται, ως άρχοντας της Θήβας, να βρει τον αίτιο για το λοιμό που έχει πέσει στην πόλη. Δεν είναι ότι έχει κάνει, εν αγνοία του, ένα μοιραίο λάθος- η ύβρις του προκύπτει από την άτη: το ότι, δεν μπορεί να παραδεχτεί, ότι αυτός, όντας ο ανώτατος άρχων, μπορεί να έχει σφάλλει. Εκείνος που τον οδηγεί στο να δει την αλήθεια, όσο κι αν αρχικά ο Οιδίποδας τον προσβάλλει και τον κατηγορεί ότι υποσκάπτει την εξουσία του, είναι εκείνος που ακούει τους θεούς, ο τυφλός μάντης Τειρεσίας: «Γιατί αυτά θα φανερωθούν, ακόμα κι αν εγώ τα καλύψω με τη σιωπή μου» (Οιδ. Τυρ., 341) Όμως, πέρα από κάθε θεία επέμβαση, είναι η ελεύθερη βούληση του Οιδίποδα που τον κάνει στη συνέχεια να προχωρά στο καθήκον του να σώσει την πόλη του και να ανιχνεύσει γενναία μα τραγικά, τον υπαίτιο που είναι ο ίδιος. Μα η αλήθεια που βρίσκει τον τσακίζει και με τα ίδια του τα χέρια βγάζει τα μάτια του και εξορίζεται από τη Θήβα. Μα είναι στην πραγματικότητα ένας εξόριστος όχι της μοίρας αλλά της βούλησής του: θα μπορούσε να έμενε στην τυφλότητα και να μην έψαχνε ποτέ την αλήθεια. Η ιστορία του Οιδίποδα είναι ένας τυπικός μύθος «πτώσης» και πόνου μέσα από τη γνώση, παρόμοια με τόσες άλλες αρχαίες παραδόσεις προμηθεϊκού τύπου. Η εξιλέωση του Οιδίποδα- το «μεταδοτικό μίασμα» και το «ομαδικό κάρμα» «Ας μη φοβηθεί κανείς να με αγγίξει, γιατί τα δικά μου βάσανα κανείς δεν μπορεί να τα υποφέρει εκτός από εμένα». Οιδίπους Τύρρανος Η συνέχεια της ιστορίας («Οιδίπους επί Κολωνώ») αφορά την αγωνιώδη αναζήτηση του τυφλού και εξόριστου πρώην βασιλιά της Θήβας, με τη βοήθεια των παιδιών του, για καταφύγιο και «καθαρμό» στον Αθηναϊκό Κολωνό, μια προσπάθεια παρόμοια με του Ορέστη. Είναι ίσως ενδιαφέρον να μελετηθεί περαιτέρω πώς η έννοια της «λύτρωσης» από τη μοίρα διαφέρει στην Ελλάδα από εποχή σε εποχή. Στο γνωστό έργο του «Οι Έλληνες και το Παράλογο» (1951), ο E.R. Dodds εξετάζει μια ιδιαίτερη μεταβολή στην σκέψη των Ελλήνων από έναν ομηρικό «πολιτισμό αιδούς» στον «πολιτισμό ενοχής» της αρχαϊκής-κλασσικής κοινωνίας. Οι λέξεις «αμαρτία» και «άτη» δεν έχουν π.χ. στον Όμηρο τις μετέπειτα ενοχικές χροιές τους: είναι ένα σφάλμα προερχόμενο από τους θεούς ή τη μοίρα, μια τύφλωση νοητική ή ηθική, που προκαλεί πόνο και καταστροφή, αλλά παροδική, που μπορεί να διορθωθεί μέσα από την ανθρώπινη δράση. Περνώντας από την επική εποχή της δράσης στην αρχαϊκή περίοδο, υπάρχει μια μεταβολή νοοτροπίας: «Στη σοφόκλεια εκδοχή, ο Οιδίποδας καταντά ένας μυσαρός απόβλητος, συντριμμένος από το βάρος της ενοχής. Όμως στην ιστορία που γνώριζε ο Όμηρος, (Οδ., λ 271) ο Οιδίποδας συνεχίζει να κυβερνά στη Θήβα, βασανιζόμενος, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται η ενοχή του […] Στον Όμηρο δεν υπάρχει κανένα ίχνος από την πίστη πώς το μίασμα ήταν μόνιμο, κολλητικό και κληρονομικό.» (Dodds, 47). Στην αρχαϊκή εποχή ένα μίασμα πρέπει να «καθαρθεί», κάτι που τροφοδοτεί και τις αιματηρές τελετές καθαρμού. Κατά τον Burkert («Αρχαία Ελληνική Θρησκεία», 1977), προκύπτει στην αρχαϊκή αντίληψη μια ιδέα παρόμοια με την πρωτόγονη ιδέα του «ταμπού», ότι ένα σφάλμα ή έγκλημα «μολύνει», σαν κατάρα, τον υπαίτιο αλλά και ό,τι σχετίζεται με αυτόν, π.χ. τους απογόνους τους ή την πόλη του. Απαιτείται λοιπόν η απομόνωση ή η εξορία του και αιματηρές τελετές καθαρμού, κάτι που οι πρώτοι φιλόσοφοι και έπειτα οι τραγωδοί εξετάζουν με περίσκεψη: «Εξαγνίζονται μιαινόμενοι με άλλο αίμα, σαν κάποιος που μπήκε μέσα στη λάσπη να θέλει να πλυθεί με λάσπη» μ’ αυτά τα λόγια είχε ήδη ο Ηράκλειτος στηλιτεύσει το παράδοξο» (Burkert, 185), της σκέψης ότι η βία μπορεί περισσότερο να εξαγνιστεί με τη βία, παρά μέσα από τον εξαγνισμό της δράσης. Ο Σοφοκλής φαίνεται επίσης να συνδιαλέγεται με αυτή την γραμμή σκέψης, παρουσιάζοντας τον Οιδίποδα ως μιαρό, αλλά εν τέλει δίνοντάς του, μέσα από την αποδοχή του από το Θησέα στην Αθήνα, την εξιλέωση και τη γαλήνη. Έτσι ο Οιδίποδας, δέσμιος της μοίρας του, λυτρώνεται από αυτή όχι μονάχα μέσα από καθαρμούς, αλλά από την αποδοχή του πόνου, της ενοχής και της εξορίας του. Σε μια πιο ενεργητική πορεία, εκείνοι που η δική του μοίρα γέννησε, τα παιδιά του, όπως τα παιδιά του Αδάμ, θα λυτρωθούν από το δικό τους μερίδιο (<μοίρα), όχι με αιματηρές τελετές, αλλά με μια ζωή ανάμεσα στο θάνατο και την δική τους επιλογή για το πώς θα ζήσουν.Τα παιδιά του Οιδίποδα- η επιλογή της ελεύθερης βούλησης και η λύτρωση μέσα από μια ανώτερη δικαιοσύνη.Φτάνοντας στην «Αντιγόνη», βλέπουμε καταρχήν την ιδέα του μιάσματος, της κατάρας να μεταβιβάζεται, όχι μόνο σε όλη την πόλη, αλλά και στις επόμενες γενιές, μέχρι να σπάσει ο κύκλος του αίματος, μέσα από την ελεύθερη δράση μιας ηρωίδας.Ως τότε, η Θήβα υποφέρει ακόμα. Μετά από το λοιμό και την εξορία του βασιλιά, έχουμε τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους γιούς του Οιδίποδα. Ο Ετεοκλής παραβιάζει την συμφωνία να κυβερνά εναλλάξ κάθε χρόνο με τον αδελφό του και αρνείται να παραδώσει την εξουσία της Θήβας στον Πολυνείκη, που συγκεντρώνει στρατό και επιτίθεται στην πόλη. Ποιος έχει σφάλλει και ποιος δικαιώνεται; Εκείνος που γαντζώθηκε από την εξουσία του ή εκείνος που ο πόλεμός του θυσίασε τόσους πολίτες; Η μοίρα, η ανθρώπινη ατέλεια, οι ύβρεις και τα σφάλματά τους, τούς σκοτώνουν και τους δύο. Ποιος μπορεί να τους κρίνει; Εκείνος που τους κρίνει, ο Κρέοντας διατάσσοντας ο ένας αδελφός να ταφεί με βασιλικές τιμές και ο άλλος να αφεθεί άταφος στα σκυλιά, περιφρονεί τους θεϊκούς νόμους που επιτάσσουν το δίκαιο σεβασμό στους νεκρούς. Ο Κρέων συντρίβεται από τη μοίρα γιατί προσθέτει τη δική του ύβριν, τη βία, την εθελοτυφλία, την αλαζονεία της εξουσίας, στο ήδη βαρύ «φορτίο» των Λαβδακιδών. Έτσι το συνεχίζει και προκαλεί την καταδίκη όχι μόνο των «εχθρών» αλλά και των δικών του. Όμως ο κύριος ήρωας του δράματος δεν ποθεί τη νίκη αλλά τη δικαιοσύνη. Η ύβρις της Αντιγόνης, το ξεπέρασμα των ορίων που φέρνει τη συντριβή της δεν είναι ότι θρηνεί για όλους τους νεκρούς της. Είναι η ανυποχώρητη απείθεια της σε κάτι που η δική της σκέψη και βούληση, σύμφωνη με τους νόμους των θεών, θεωρεί άδικο, κάτι που όμως το επιτάσσει η κοσμική εξουσία, που την θανατώνει. Δεν έχουν όλοι το ίδιο θάρρος: η αδελφή της, η Ισμήνη, ακόμα κι αν βλέπει την αδικία, συμβιβάζεται κι επιβιώνει. Ο ήρωας είναι μόνος (Romilly, 81). Στις τραγωδίες αυτές οι θεοί παρατηρούν σιωπηλοί. Η Αντιγόνη ολομόναχη πιά, πολεμά ενάντια στα σφάλματα και τη σκοτεινή μοίρα της οικογένειας της. Ποια όμως από τις δύο ζει και ποια πεθαίνει; Ίσως το μίασμα, ο κύκλος του πόνου σπάει μοναχά μες στην ψυχή εκείνων που επιλέγουν, την ελεύθερη βούληση που διορθώνει το σφάλμα και την αγάπη που λυτρώνει από το μίσος και ανατρέπει το σκοτάδι με το φως. Ή με τα λόγια της ίδιας: «Εγώ δεν γεννήθηκα για να μοιράζομαι το μίσος αλλά την αγάπη». (Αντιγ., 523) Μονάχα τότε ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει τη μοίρα τη δική του και του κόσμου του. Ενδεικτική βιβλιογραφία: • Οι ρίζες της τραγωδίας J.A.Livraga, εκδ. Νέα Ακρόπολη 1988 • Αρχαία ελληνική τραγωδία, J.de Romilly, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990 • Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, A. Lesky, εκδ. ΜΙΕΤ 1990 • Μύθος και τραγωδία στην Αρχαία Ελλάδα, J.P. Vernant, εκδ. Ζαχαρόπουλος 1988 • Οι Έλληνες και το παράλογο, E.R. Dodds, εκδ. Καρδαμίτσα, 1978. • Αρχαία Ελληνική θρησκεία, W. Burkert, εκδ. Καρ-δαμίτσα 1993.


Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ένας λαός πολύμορφος – μακριά από την σιγή και τη γαλήνη της Ανατολής, ψηλαφούσαν, ανάμεσα στο εκτυφλωτικό ελληνικό φως της ζωής, από το μαγνήτη του μυστηριακού ως το κρύσταλλο του φιλοσοφικού και από την αναρώτηση για την αρχή του κόσμου ως τη βαθιά αγωνία για τον άνθρωπο, για την Αρμονία των αντιθέτων. Eίναι μονάχα μέσα από τρομαχτικές συγκρούσεις και απρόσμενα κατορθώματα, που οι ελληνικές πόλεις-κράτη πρόσφεραν το πολύχρωμο μωσαϊκό πάνω στο οποίο χτίστηκε ο δυτικός πολιτισμός.


Έτσι είναι δύσκολο κανείς να πιάσει, με μια σύντομη ματιά στις αρχέγονες έννοιες της Αδράστειας και της Ανάγκης, τις κλασσικές Μοίρες, την Θέμιν του Δία και την ελληνιστική Ειμαρμένη, το νόημα που δίνουν οι Έλληνες στο Πεπρωμένο… ποιοι από όλους τους Έλληνες στη Μεσόγειο και σε ποια εποχή από τις χιλιάδες χρόνων;

Έτσι λοιπόν η θέση του ανθρώπου στο κοσμικό σχέδιο θα ανιχνευτεί εδώ μόνο σε μια από τις ιδιαίτερες πνευματικές μορφές που χάρισε στον κόσμο η ελληνική σκέψη: το δράμα. Γεννημένη από την τελετουργική αναπαράσταση των παθών του Διονύσου, η κλασσική τραγωδία αναπτύσσεται μέσα από την προβολή ηρωικών προτύπων δράσης, τη φιλοσοφική διερεύνηση για την ανθρώπινη μοίρα και φυσικά τη λυτρωτική διαδικασία της διονυσιακής κάθαρσης, όπου ο θεατής, ταυτιζόμενος με τη σκέψη και τα πάθη των ηρώων, φτάνει στην απελευθέρωση από τον πόνο με την αποκατάσταση μέσα του της πίστης στη δικαιοσύνη και την ισορροπία στον κόσμο.

Οι Έλληνες πιστεύουν στο πεπρωμένο, μα και σε μια ιδέα συχνά συγκρουόμενη με αυτό: στο νου, τη φλογερή κληρονομιά του Προμηθέα. Ο άνθρωπος είναι ένα ον δεσμευμένο από τη μοίρα, που όμως του δόθηκε, ευλογία και κατάρα, η ελεύθερη βούληση και σκέψη, η διάκριση και έτσι η ευθύνη για τα δικά του λάθη, που θα τον οδηγήσει στο δικό του δρόμο εξέλιξης. (Livraga, 77) Το ανθρώπινο πεπρωμένο στην κλασική τραγωδία μπορεί να αποτυπωθεί στο σχήμα: ὓβρις→ἂτη→νέμεσις→τίσις. Για τους Έλληνες, ο άνθρωπος είναι το πλάσμα που, κοιτώντας ψηλά, σκοντάφτει στο βάδισμα του. Το πιο συχνό σφάλμα του είναι η αλαζονεία: το να συμπεριφερθεί κανείς με βίαιο και προσβλητικό τρόπο απέναντι στους άλλους, στους νόμους της πολιτείας και κυρίως απέναντι στον άγραφο θεϊκό νόμο. Στη συνέχεια έρχεται και η τυφλότητα τού να μην παραδέχεται το λάθος του και εν τέλει η παρέμβαση της θείας δίκης, που επιφέρει την τραγική πτώση του ήρωα. Πώς μπορεί όμως να λυτρωθεί κανείς από αυτό το σφάλμα;

Σύμφωνα με τον Schiller (Ober das Erhabene, 1801), μέσα από αυτή την τραγική σύγκρουση είναι που προκύπτει το «Υψηλό», το ανθρώπινο μεγαλείο: ο άνθρωπος, δέσμιος της μοίρας του, συγκρούεται με τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης, σφάλλει, υποφέρει, αλλά τελικά, ακόμα και αν περνά από τη συντριβή και το θάνατο, νικά ηθικά, μαθαίνει μέσα από τον πόνο, δικαιώνεται και διευρύνει σταδιακά τα όρια της ύπαρξής του. Αυτή είναι η λύτρωση, η κάθαρσή του.

Το σφάλμα του Οιδίποδα

Για παράδειγμα, ένας γνωστός θεματικός κύκλος της τραγωδίας, ο θηβαϊκός κύκλος, η ιστορία του Οιδίποδα και των απογόνων του, αξιοποιήθηκε από έναν από τους μεγάλους τραγικούς, τον Σοφοκλή, σε 3 από τα 7 σωζόμενα έργα του (Οιδίπους Τύρρανος, Οιδίπους επί Κολωνώ, Αντιγόνη), για να μιλήσει για την αγωνία και τον πόνο του ανθρώπου να ορίσει τη μοίρα του, την εθελοτυφλία και την αλαζονεία της εξουσίας, τη σύγκρουση των ανθρώπινων και των αιώνιων νόμων, την ελευθερία. Ο Οιδίποδας θεωρείται από τους μελετητές ίσως ο πιο τραγικός από όλους τους ήρωες. Η συγκριτική μελέτη του ανθρωπολόγου Cl. Levis-Strauss οδηγεί στο ότι ο «αυτός με τα πρησμένα πόδια» δεν είναι παρά ένα σύμβολο του ανθρώπου, που βαδίζει ατελώς πάνω στη γη. Τα λάθη του, όσες προσπάθειες κι αν γίνουν για να αποφευχθούν, όσο κι αν η σοφία και η τόλμη του λύνουν το αίνιγμα της Σφίγγας, είναι γραμμένο να συμβούν. Ποια είναι λοιπόν η ύβρις του Οιδίποδα; Στο «Οιδίπους Τύρρανος», ο ίδιος καλείται, ως άρχοντας της Θήβας, να βρει τον αίτιο για το λοιμό που έχει πέσει στην πόλη. Δεν είναι ότι έχει κάνει, εν αγνοία του, ένα μοιραίο λάθος- η ύβρις του προκύπτει από την άτη: το ότι, δεν μπορεί να παραδεχτεί, ότι αυτός, όντας ο ανώτατος άρχων, μπορεί να έχει σφάλλει. Εκείνος που τον οδηγεί στο να δει την αλήθεια, όσο κι αν αρχικά ο Οιδίποδας τον προσβάλλει και τον κατηγορεί ότι υποσκάπτει την εξουσία του, είναι εκείνος που ακούει τους θεούς, ο τυφλός μάντης Τειρεσίας: «Γιατί αυτά θα φανερωθούν, ακόμα κι αν εγώ τα καλύψω με τη σιωπή μου» (Οιδ. Τυρ., 341) Όμως, πέρα από κάθε θεία επέμβαση, είναι η ελεύθερη βούληση του Οιδίποδα που τον κάνει στη συνέχεια να προχωρά στο καθήκον του να σώσει την πόλη του και να ανιχνεύσει γενναία μα τραγικά, τον υπαίτιο που είναι ο ίδιος. Μα η αλήθεια που βρίσκει τον τσακίζει και με τα ίδια του τα χέρια βγάζει τα μάτια του και εξορίζεται από τη Θήβα. Μα είναι στην πραγματικότητα ένας εξόριστος όχι της μοίρας αλλά της βούλησής του: θα μπορούσε να έμενε στην τυφλότητα και να μην έψαχνε ποτέ την αλήθεια. Η ιστορία του Οιδίποδα είναι ένας τυπικός μύθος «πτώσης» και πόνου μέσα από τη γνώση, παρόμοια με τόσες άλλες αρχαίες παραδόσεις προμηθεϊκού τύπου.

Η εξιλέωση του Οιδίποδα- το «μεταδοτικό μίασμα» και το «ομαδικό κάρμα»

«Ας μη φοβηθεί κανείς να με αγγίξει, γιατί τα δικά μου βάσανα κανείς δεν μπορεί να τα υποφέρει εκτός από εμένα». Οιδίπους Τύρρανος

Η συνέχεια της ιστορίας («Οιδίπους επί Κολωνώ») αφορά την αγωνιώδη αναζήτηση του τυφλού και εξόριστου πρώην βασιλιά της Θήβας, με τη βοήθεια των παιδιών του, για καταφύγιο και «καθαρμό» στον Αθηναϊκό Κολωνό, μια προσπάθεια παρόμοια με του Ορέστη. Είναι ίσως ενδιαφέρον να μελετηθεί περαιτέρω πώς η έννοια της «λύτρωσης» από τη μοίρα διαφέρει στην Ελλάδα από εποχή σε εποχή. Στο γνωστό έργο του «Οι Έλληνες και το Παράλογο» (1951), ο E.R. Dodds εξετάζει μια ιδιαίτερη μεταβολή στην σκέψη των Ελλήνων από έναν ομηρικό «πολιτισμό αιδούς» στον «πολιτισμό ενοχής» της αρχαϊκής-κλασσικής κοινωνίας. Οι λέξεις «αμαρτία» και «άτη» δεν έχουν π.χ. στον Όμηρο τις μετέπειτα ενοχικές χροιές τους: είναι ένα σφάλμα προερχόμενο από τους θεούς ή τη μοίρα, μια τύφλωση νοητική ή ηθική, που προκαλεί πόνο και καταστροφή, αλλά παροδική, που μπορεί να διορθωθεί μέσα από την ανθρώπινη δράση. Περνώντας από την επική εποχή της δράσης στην αρχαϊκή περίοδο, υπάρχει μια μεταβολή νοοτροπίας: «Στη σοφόκλεια εκδοχή, ο Οιδίποδας καταντά ένας μυσαρός απόβλητος, συντριμμένος από το βάρος της ενοχής. Όμως στην ιστορία που γνώριζε ο Όμηρος, (Οδ., λ 271) ο Οιδίποδας συνεχίζει να κυβερνά στη Θήβα, βασανιζόμενος, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται η ενοχή του […] Στον Όμηρο δεν υπάρχει κανένα ίχνος από την πίστη πώς το μίασμα ήταν μόνιμο, κολλητικό και κληρονομικό.» (Dodds, 47).

Στην αρχαϊκή εποχή ένα μίασμα πρέπει να «καθαρθεί», κάτι που τροφοδοτεί και τις αιματηρές τελετές καθαρμού. Κατά τον Burkert («Αρχαία Ελληνική Θρησκεία», 1977), προκύπτει στην αρχαϊκή αντίληψη μια ιδέα παρόμοια με την πρωτόγονη ιδέα του «ταμπού», ότι ένα σφάλμα ή έγκλημα «μολύνει», σαν κατάρα, τον υπαίτιο αλλά και ό,τι σχετίζεται με αυτόν, π.χ. τους απογόνους τους ή την πόλη του. Απαιτείται λοιπόν η απομόνωση ή η εξορία του και αιματηρές τελετές καθαρμού, κάτι που οι πρώτοι φιλόσοφοι και έπειτα οι τραγωδοί εξετάζουν με περίσκεψη: «Εξαγνίζονται μιαινόμενοι με άλλο αίμα, σαν κάποιος που μπήκε μέσα στη λάσπη να θέλει να πλυθεί με λάσπη» μ’ αυτά τα λόγια είχε ήδη ο Ηράκλειτος στηλιτεύσει το παράδοξο» (Burkert, 185), της σκέψης ότι η βία μπορεί περισσότερο να εξαγνιστεί με τη βία, παρά μέσα από τον εξαγνισμό της δράσης.

Ο Σοφοκλής φαίνεται επίσης να συνδιαλέγεται με αυτή την γραμμή σκέψης, παρουσιάζοντας τον Οιδίποδα ως μιαρό, αλλά εν τέλει δίνοντάς του, μέσα από την αποδοχή του από το Θησέα στην Αθήνα, την εξιλέωση και τη γαλήνη. Έτσι ο Οιδίποδας, δέσμιος της μοίρας του, λυτρώνεται από αυτή όχι μονάχα μέσα από καθαρμούς, αλλά από την αποδοχή του πόνου, της ενοχής και της εξορίας του. Σε μια πιο ενεργητική πορεία, εκείνοι που η δική του μοίρα γέννησε, τα παιδιά του, όπως τα παιδιά του Αδάμ, θα λυτρωθούν από το δικό τους μερίδιο (<μοίρα), όχι με αιματηρές τελετές, αλλά με μια ζωή ανάμεσα στο θάνατο και την δική τους επιλογή για το πώς θα ζήσουν.Τα παιδιά του Οιδίποδα- η επιλογή της ελεύθερης βούλησης και η λύτρωση μέσα από μια ανώτερη δικαιοσύνη.Φτάνοντας στην «Αντιγόνη», βλέπουμε καταρχήν την ιδέα του μιάσματος, της κατάρας να μεταβιβάζεται, όχι μόνο σε όλη την πόλη, αλλά και στις επόμενες γενιές, μέχρι να σπάσει ο κύκλος του αίματος, μέσα από την ελεύθερη δράση μιας ηρωίδας.Ως τότε, η Θήβα υποφέρει ακόμα. Μετά από το λοιμό και την εξορία του βασιλιά, έχουμε τον εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα στους γιούς του Οιδίποδα. Ο Ετεοκλής παραβιάζει την συμφωνία να κυβερνά εναλλάξ κάθε χρόνο με τον αδελφό του και αρνείται να παραδώσει την εξουσία της Θήβας στον Πολυνείκη, που συγκεντρώνει στρατό και επιτίθεται στην πόλη. Ποιος έχει σφάλλει και ποιος δικαιώνεται; Εκείνος που γαντζώθηκε από την εξουσία του ή εκείνος που ο πόλεμός του θυσίασε τόσους πολίτες; Η μοίρα, η ανθρώπινη ατέλεια, οι ύβρεις και τα σφάλματά τους, τούς σκοτώνουν και τους δύο. Ποιος μπορεί να τους κρίνει;

Εκείνος που τους κρίνει, ο Κρέοντας διατάσσοντας ο ένας αδελφός να ταφεί με βασιλικές τιμές και ο άλλος να αφεθεί άταφος στα σκυλιά, περιφρονεί τους θεϊκούς νόμους που επιτάσσουν το δίκαιο σεβασμό στους νεκρούς. Ο Κρέων συντρίβεται από τη μοίρα γιατί προσθέτει τη δική του ύβριν, τη βία, την εθελοτυφλία, την αλαζονεία της εξουσίας, στο ήδη βαρύ «φορτίο» των Λαβδακιδών. Έτσι το συνεχίζει και προκαλεί την καταδίκη όχι μόνο των «εχθρών» αλλά και των δικών του.

Όμως ο κύριος ήρωας του δράματος δεν ποθεί τη νίκη αλλά τη δικαιοσύνη. Η ύβρις της Αντιγόνης, το ξεπέρασμα των ορίων που φέρνει τη συντριβή της δεν είναι ότι θρηνεί για όλους τους νεκρούς της. Είναι η ανυποχώρητη απείθεια της σε κάτι που η δική της σκέψη και βούληση, σύμφωνη με τους νόμους των θεών, θεωρεί άδικο, κάτι που όμως το επιτάσσει η κοσμική εξουσία, που την θανατώνει. Δεν έχουν όλοι το ίδιο θάρρος: η αδελφή της, η Ισμήνη, ακόμα κι αν βλέπει την αδικία, συμβιβάζεται κι επιβιώνει. Ο ήρωας είναι μόνος (Romilly, 81). Στις τραγωδίες αυτές οι θεοί παρατηρούν σιωπηλοί. Η Αντιγόνη ολομόναχη πιά, πολεμά ενάντια στα σφάλματα και τη σκοτεινή μοίρα της οικογένειας της. Ποια όμως από τις δύο ζει και ποια πεθαίνει; Ίσως το μίασμα, ο κύκλος του πόνου σπάει μοναχά μες στην ψυχή εκείνων που επιλέγουν, την ελεύθερη βούληση που διορθώνει το σφάλμα και την αγάπη που λυτρώνει από το μίσος και ανατρέπει το σκοτάδι με το φως. Ή με τα λόγια της ίδιας: «Εγώ δεν γεννήθηκα για να μοιράζομαι το μίσος αλλά την αγάπη». (Αντιγ., 523)

Μονάχα τότε ο άνθρωπος μπορεί ν’ αλλάξει τη μοίρα τη δική του και του κόσμου του.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

• Οι ρίζες της τραγωδίας J.A.Livraga, εκδ. Νέα Ακρόπολη 1988

• Αρχαία ελληνική τραγωδία, J.de Romilly, εκδ. Καρδαμίτσα, 1990

• Η τραγική ποίηση των αρχαίων Ελλήνων, A. Lesky, εκδ. ΜΙΕΤ 1990

• Μύθος και τραγωδία στην Αρχαία Ελλάδα, J.P. Vernant, εκδ. Ζαχαρόπουλος 1988

• Οι Έλληνες και το παράλογο, E.R. Dodds, εκδ. Καρδαμίτσα, 1978.

• Αρχαία Ελληνική θρησκεία, W. Burkert, εκδ. Καρ-δαμίτσα 1993.

nea-acropoli-athens
Σχόλια